Χρήστος Δανιήλ: «Η ποιητική φωνή του Μυτιληνιού Έκτορα Κακναβάτου δεν έχει όμοιά της»
Ένα σπουδαίο βιβλίο για τον Μυτιληνιό ποιητή
Χρήστος Δανιήλ: Η ποιητική φωνή του Κακναβάτου είναι εντελώς ιδιαίτερη, δεν υπάρχει όμοιά της στη νεοελληνική ποίηση
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΚΟΡΔΑ
Ο Χρήστος Δανιήλ γεννήθηκε στον Εμμανουήλ Παπά Σερρών το 1969. Ζει στην Επανομή Θεσσαλονίκης. Είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στη διδακτορική του διατριβή εξέτασε τις σχέσεις του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού με το δημοτικό τραγούδι. Διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου· έχει επίσης διδάξει στις Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων. Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Μανδραγόρας, Πορφύρας, Ποίηση, Οδός Πάνος, κ.ά.) και σε πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων. Έχει εκδώσει 8 βιβλία. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο «Έκτωρ Κακναβάτος. Ράτσα Υψικαμίνου. Ο Έκτωρ Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο και θεωρητικά και κριτικά κείμενα» με δική του ανθολόγηση, εισαγωγή και επιμέλεια (η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του γνωστού ζωγράφου και φωτογράφου Δημήτρη Γέρου), για το οποίο και συζητάμε.
Να σημειώσουμε ότι στο βιβλίο περιέχονται και άλλες φωτογραφίες του ποιητή από τον φακό του Δημήτρη Γέρου καθώς και η συνέντευξη που έδωσε στον Παναγιώτη Σκορδά, στη Μυτιλήνη, το 1999
και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του τελευταίου «Πρόσωπα.30 συζητήσεις και συνεντεύξεις με σημαντικούς ανθρώπους», Αιολίδα 2014. Η συνέντευξη αυτή είχε τίτλο «Δεν θα κλάψω εάν ξεπεράσουμε τον υπερρεαλισμό, θα το χειροκροτήσω».
Το Μυτιληνιό επίθετο Κακναβάτος
Αρχικά ας δούμε τη σχέση του ποιητή με τη Λέσβο όπως την καταθέτει ο ίδιος σε συνέντευξή του, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο:
«Το Κακναβάτος δεν είναι ψευδώνυμο είναι μητρώνυμο. ΉΤταν η μάνα μου Κακναβάτισσα, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Το ζήτημα του ψευδωνύμου μόνο οι ψυχαναλυτές μπορούν να το ψάξουν για να δώσουν μια κάπως πειστική εξήγηση., πειστική όσο δεν υπάρχουν αντιρρήσεις, γιατί, εάν υπάρχουν σταματάει η πειθώ. Αφήστε που είναι και δυσπρόφερτο το Κακναβάτος. Ο δε Πεντζίκης αποπειράθη με βάση το αλφάβητό του να βρει το έτυμον του ονόματος. Έπιασε και μου ΄γραψε το αλφάβητο στο εσώφυλλο ενός βιβλίου του. Φαίνεται πως είχε σκοπό να μου γράψει στη δική του γραφή. Παράξενα ζωγραφικά στοιχεία!...Ξέρετε ζωγράφιζε κι ο Πεντζίκης…Είχε λοιπόν ο Πεντζίκης αναπτύξει τη θεωρία ότι ο Κακναβάτος προέρχεται από το ρήμα βαίνω και το ουσιαστικό κακνί (πράγματι στη Μυτιλήνη τα γαλόπουλα τα λένε κακνιά). «Επομένως» λέει ο Πεντζίκης «Κακναβάτος ήταν κάποιος πρόγονός σου που βάδιζε όπως βαδίζουν τα κακνιά», Πεντζίκικα πράγματα, ωραία! Κάποιος άλλος, ταξιτζής και πεζογράφος από την Αγιάσο, μου έλεγε ότι το Κακ είχε ρίζα σανσκριτική!».
Η συνέντευξη με τον Χρήστο Δανιήλ
- Κύριε Δανιήλ, πώς προέκυψε η ιδέα να ετοιμάσετε το παρόν βιβλίο και γιατί επιλέξατε ως τίτλο τον στίχο «Ράτσα υψικάμινου»;
Γνώμη μου είναι πως ο ελληνικός υπερρεαλισμός δεν έχει μελετηθεί επαρκώς ούτε σε όλη του την έκταση ούτε και εις βάθος ενώ αρκετές απόψεις που διαδίδονται γύρω από αυτόν ελέγχονται ως προς την ισχύ τους. Μία σχεδόν λησμονημένη περίπτωση είναι ο ποιητής Γιώργος Λίκος, το έργο του οποίου παρουσίασα στις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2005· μια άλλη, η Μάτση Χατζηλαζάρου. Έτσι, πριν από 15 περίπου χρόνια όταν, έχοντας ολοκληρώσει το πρώτο μου βιβλίο για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, το Ιούς Μανιούς, ίσως και Aqua Marina, Μάτση Χατζηλαζάρου η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια, εκδόσεις Τόπος, σκεφτόμουν πως μια άλλη πλευρά του ελληνικού υπερρεαλισμού που δεν έχει αναδειχθεί, σχεδόν καθόλου, ήταν ο θεωρητικός και κριτικός λόγος που έχει αρθρώσει ο πιο σημαντικός ίσως μεταπολεμικός υπερρεαλιστής, ο Έκτωρ Κακναβάτος. Αμέσως μετά ξεκίνησα τη συνεργασία μου με τις εκδόσεις Άγρα οι οποίες και μου ανέθεσαν να επιμεληθώ τις επιστολές που έστειλε η Μάτση Χατζηλαζάρου από το Παρίσι στον Αντρέα Εμπειρίκο. Συζητώντας με τον εκδότη Σταύρο Πετσόπουλο του γνωστοποίησα την σκέψη που είχα για το θεωρητικό έργο του Κακναβάτου, ο οποίος επίσης εξέδιδε την ποίησή του στην Άγρα. Η οικογένεια του Κακναβάτου εμπιστεύτηκε το αρχείο του στην Άγρα και μου προτάθηκε η επιμέλειά του. Τους ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη.
Ο τίτλος που επέλεξα για το βιβλίο προέρχεται από το ποίημα του Κακναβάτου «Φωνή μου ράτσα υψικάμινου», ένα εμβληματικό του ποίημα, δηλωτικό της καταγωγής και της ταυτότητάς του, ποιητικής αλλά και προσωπικής. Η υψικάμινος εδώ ως μετωνυμία του υπερρεαλιστικού κινήματος καθώς με την ομότιτλη αυτή συλλογή του Αντρέα Εμπειρίκου εισήχθη ο υπερρεαλισμός στη χώρα μας το 1935.
- Η δική σας συστηματική φιλολογική ενασχόληση με το έργο του Έκτορα Κακναβάτου χρονικά πότε τοποθετείται και με ποια αφορμή έγινε;
Η ενασχόλησή μου με το ποιητικό έργο του Κακναβάτου ξεκινά πριν καν ακόμη αποκτήσω φιλολογική συνείδηση, στα χρόνια της διαμόρφωσής της. Το 1990, τριτοετής στη Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, επέλεξα να παρακολουθήσω το μάθημα του Ζαχαρία Σιαφλέκη για τον «Υπερρεαλισμό» και το μάθημα του Γιάννη Δάλλα για την «Μεταπολεμική Υπερρεαλιστική Ποίηση». Ήταν η πρώτη φορά που με τρόπο συστηματικό προσέγγιζα το κίνημα του υπερρεαλισμού και την ελληνική υπερρεαλιστική ποιητική παραγωγή κι έτσι, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Κακναβάτου, ένα γνωσιοθεωρητικό παράθυρο προς το χάος όπου έχει ρίζες η ανθρώπινη ευαισθησία ανοίχτηκε μπροστά μου φωτίζοντας την πάμφωτη αταξία των πραγμάτων.
Στη διάρκεια των παραδόσεών του ο Δάλλας συζήτησε μαζί μας την ιδέα να προσκαλέσουμε έναν από τους ζώντες ποιητές, υπό την προϋπόθεση κάποιοι από τους φοιτητές να έχουν ετοιμάσει εισηγήσεις για το έργο του. Ενθουσιασμός για την πρόταση, επιφυλάξεις όμως για την προϋπόθεση. Το όνομα του Έκτορα Κακναβάτου ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα και η πρώτη φορά που διάβασα ποιήματά του, καθώς ήμουν ένας από τους τέσσερις φοιτητές που αναλάβαμε να παρουσιάσουμε το έργο του. Ο ενθουσιασμός στην προοπτική γνωριμίας με έναν ζώντα ποιητή, το έργο του οποίου μελετούσαμε, υπερκέρασε τις πάμπολλες ανασφάλειες για τη δημόσια παρουσίαση και την επάρκεια του λόγου μου ενώπιον μάλιστα του ίδιου του δημιουργού. Τα επόμενα χρόνια η ενασχόλησή μου με το έργο του Κακναβάτου προσέλαβε πιο συστηματικό χαρακτήρα καθώς η ποίησή του αποτελούσε βασικό μέρος της έρευνάς μου για την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα τις σχέσεις του μεταπολεμικού υπερρεαλισμό με το δημοτικό τραγούδι.
Ο Κακναβάτος είναι, με τον τρόπο του, πολιτικός ποιητής·
- Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει και σας ελκύει στην ποίηση του Κακναβάτου;
Η ποιητική φωνή του Κακναβάτου είναι εντελώς ιδιαίτερη, έχει τη δική της ξεχωριστή ιδιοτυπία. Δεν υπάρχει όμοιά της στη νεοελληνική ποίηση· δυσκολεύομαι να εντοπίσω φωνές με τις οποίες να διατηρεί έστω κάποια εκλεκτική συγγένεια, ακόμη κι αν αυτές προέρχονται από ποιητές που εντάσσονται στο κλίμα του υπερρεαλισμού. Ο Κακναβάτος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα σε όλο της το εύρος, ιστορικό και διαλεκτικό, και επιλέγει προσεκτικά τις λέξεις του. Είναι επίσης η ηχητική τους που τον ενδιαφέρει. Ο λόγος του, συντακτικά καθ’ όλα νόμιμος, με μια περίτεχνη διάταξη των όρων, τουτέστιν μακροπερίοδος, με συχνή χρήση ερωτήσεων και προστακτικών, με κυριαρχία επιθέτων και αναφορικών προτάσεων κ.ά, ακολουθεί μια εσωτερική ηχητική ακολουθία επιτυγχάνοντας ένα ηχητικό αποτέλεσμα που συχνά ξαφνιάζει τον αναγνώστη/ακροατή υποδαυλίζοντας παράλληλα τη λογική διεργασία, υποσκάπτοντάς την και προβάλλοντας στη θέση της μια νέα πραγματικότητα, αυτή του κειμένου. Ο Κακναβάτος είναι, με τον τρόπο του, πολιτικός ποιητής· ο τόνος του είναι συχνά σαρκαστικός, φορές φορές οργισμένος, αν και προσωπικά μου αρέσει και ο λυρισμός που εκπέμπει ο ερωτικός του λόγος στη συλλογή In perpetuum. Είναι βαθύς γνώστης της Ιστορίας, εστιάζει, καβαφικώ τω τρόπω, σε λησμονημένα επεισόδια της αρχαίας αλλά και της μεσαιωνικής μας ιστορίας. Από την άλλη είναι ο πρώτος που σε τέτοια έκταση εισήγαγε στη νεοελληνική ποίηση ορολογία προερχόμενη από τις θετικές επιστήμες, τα μαθηματικά, τη χημεία, τις θεωρίες του χάους. Εκείνο όμως που με συναρπάζει περισσότερο στην ποίησή του είναι η ελευθερία και η άνεση με την οποία συνδέει δύο απομακρυσμένες πραγματικότητες, η έφεση που έχει προς τη συναίρεση εξωπραγματικού και ρεαλιστικού, ένα στοιχείο δηλαδή παραλόγου, ένα πάθος που τον διακρίνει για το παράλογο, που όμως δίνεται μέσα σ’ ένα λογικά οργανωμένο σύνολο.
- Φιλολογικά έχει μελετηθεί επαρκώς το έργο του Κακναβάτου; Έχει τη θέση που του αξίζει στα Νεοελληνικά Γράμματα;
Επιτρέψτε μου να παραλλάξω τα ερωτήματά σας προς το γενικότερο: Φιλολογικά έχει μελετηθεί επαρκώς ο ελληνικός υπερρεαλισμός; Έχει τη θέση που του αξίζει στα Νεοελληνικά Γράμματα; 100 και πλέον χρόνια από το Α’ Υπερρεαλιστικό Μανιφέστο, 90 και πλέον χρόνια από την εισαγωγή του κινήματος αυτού στην Ελλάδα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, δεν υπάρχει ακόμη σήμερα κάποια ιστορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Κι αυτό το έλλειμα εξηγεί ίσως τον λόγο που ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να υφίστανται αρκετές παρεξηγήσεις για το πρωτοποριακό αυτό κίνημα που σημάδεψε, όσο κανένα άλλο, την ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα από το 1935 και μετά. Μάλιστα συμβαίνει και το έτερο παράδοξο: ενώ τα τελευταία χρόνια έχει έρθει στο φως πλούσιο αρχειακό υλικό από τα πρώτα χρόνια εισαγωγής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, οι φιλολογικές μελέτες που το εξετάζουν και το αξιοποιούν είναι ελάχιστες. Το 1999, σε συνέντευξή του σε εσάς κύριε Σκορδά, ο Κακναβάτος διαπίστωνε, όχι χωρίς πίκρα κι ένταση, πως ο υπερρεαλισμός, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν διδάσκεται στις φιλοσοφικές σχολές. «Αδυνατούν να τον διδάξουν […]. Τον θάβουνε. Τα μέτρα τους, οι μεζούρες, οι συγκριτικές μονάδες τους είναι προσαρμοσμένες σε άλλη ποίηση» για να παραθέσω επακριβώς τα λόγια του. Δεν νομίζω ότι στις μέρες μας έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά αυτή η κατάσταση. Επομένως, η απάντησή μου στα δύο ερωτήματά σας είναι αρνητική και για τα δύο.
Τα δύο κεφάλαια του βιβλίου
- Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Ο Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο». Τι ακριβώς θα διαβάσει ο αναγνώστης;
Στο πρώτο μέρος, με τίτλο «Ο Κακναβάτος σε α’ πρόσωπο», παρουσιάζονται απαντήσεις που έχει δώσει ο Κακναβάτος σε διάφορες συνεντεύξεις του σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Καθώς οι ερωτήσεις στις συνεντεύξεις αυτές παρουσιάζουν συχνά επικαλύψεις, επέλεξα να μην παρατεθούν αυτούσιες όλες αυτές οι συνεντεύξεις ή έστω ορισμένες, αλλά να συνθέσω ένα συνεχές κείμενο από τις απαντήσεις που έδωσε ο ερωτώμενος, ένα συνεχές κείμενο όπου ο λόγος δίνεται αποκλειστικά στον Κακναβάτο ο οποίος μιλά για τη ζωή, το έργο του και τοποθετείται σε ζητήματα σχετικά με την τέχνη, τις θεωρητικές του αναζητήσεις, τον υπερρεαλισμό, την ποίηση καθώς και για άλλους ποιητές. Οι ερωτήσεις απουσιάζουν· πριν από κάθε απάντηση δίνεται ένας σύντομος υπέρτιτλος ώστε να γνωρίζει ο αναγνώστης περί ποίου θέματος ομιλεί ο Κακναβάτος, ενώ, κάποιες φορές, δίνονται για το ίδιο ζήτημα χαρακτηριστικά αποσπάσματα απαντήσεων από διαφορετικές συνεντεύξεις, όταν αυτά είναι συμπληρωματικά ή και αντιθετικά μεταξύ τους. Το πρώτο αυτό μέρος, εκτός των βασικών πληροφοριών που μας παρέχει, μπορεί να λειτουργήσει εισαγωγικά για το δεύτερο και βασικότερο μέρος, καθώς σε πολλές από τις απαντήσεις του ο Κακναβάτος θίγει ζητήματα που εκτενώς αναπτύσσει στα θεωρητικά ή κριτικά του κείμενα ενώ κάποιες φορές παραπέμπει κι απευθείας σε αυτά.
- Στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος τι έχετε ανθολογήσει;
Το δεύτερο μέρος είναι το κυρίως μέρος του βιβλίου και εμπεριέχει τα γραπτά του Κακναβάτου. Χωρίζεται σε δύο επιμέρους ενότητες. Στην πρώτη παρουσιάζονται τα θεωρητικά και δοκιμιακά κείμενα του Κακναβάτου, τα περισσότερα διαβασμένα με τη μορφή εισηγήσεων σε συνέδρια και εκδηλώσεις όπου είχε προσκληθεί ως ομιλητής, ομαδοποιημένα ως προς τη θεματική τους: τα πρώτα του κείμενα, κείμενα για τον υπερρεαλισμό, κείμενα για την ποίηση την τέχνη και τη γλώσσα, κείμενα για τη σχέση ποίησης και χάους αλλά και κείμενα για την τέχνη και την επανάσταση. Στη δεύτερη ενότητα του δεύτερου μέρους βρίσκονται οι μελέτες του και τα κριτικά του κείμενα για άλλους δημιουργούς, Έλληνες και ξένους: το δημοτικό τραγούδι, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Nicolas Calas, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Νάνο Βαλαωρίτη, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Γιώργο Λίκο, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Νίκο Καρούζο αλλά και τον Federico Garcia Lorca, τον Allen Ginsberg, την Joyce Mansour κ.ά..
Στο τέλος, σε ένα σύντομο τρίτο μέρος, γίνεται μία προσπάθεια συστηματικής καταγραφής και σύνθεσης της συνολικής εργογραφίας του Έκτορα Κακναβάτου η οποία απουσίαζε έως σήμερα από τη βιβλιογραφία.
- Στην ιδιαίτερα διεισδυτική εισαγωγή σας ανιχνεύετε τη θέση του Κακναβάτου στην ιστορία του ελληνικού Υπερρεαλισμού. Σε ποια συμπεράσματα καταλήγετε;
Το όνομα του Έκτορα Κακναβάτου έχει συνδεθεί, όσο ίσως κανένα άλλο της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας, με το κίνημα του υπερρεαλισμού. Η άποψη του Αλέξανδρου Αργυρίου πως ο ποιητής αυτός είναι ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής της γενιάς αυτής είναι σχεδόν καθολικά αποδεκτή και ευρέως διαδεδομένη στην ποιητική αλλά και στη φιλολογική κοινότητα. Όμως, σχεδόν, ομοίως διαδεδομένη και αποδεκτή ακόμη στις μέρες μας είναι η άποψη του ίδιου μελετητή πως ο μόνος από τους Έλληνες υπερρεαλιστές που έχει γράψει θεωρητικά κείμενα για να υπερασπίσει αυτό το κίνημα είναι ο Οδυσσέας Ελύτης. Η άποψη αυτή μπορεί να ανταποκρινόταν εν μέρει στα δεδομένα που υπήρχαν διαθέσιμα την εποχή που διατυπώθηκε (1976), με τα σημερινά όμως δεδομένα δεν μπορεί να ισχύει. Δεν είναι μόνο η μετά του 1976 παραγωγή των εκπροσώπων του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, όπως αυτή του Νάνου Βαλαωρίτη και του Έκτορα Κακναβάτου, που θέτει υπό αμφισβήτηση την παραπάνω άποψη, ούτε και το πλούσιο αρχειακό υλικό των υπερρεαλιστών, κυρίως του Ανδρέα Εμπειρίκου, που ήρθε στο φως τα τελευταία χρόνια, είναι και μία άρρητη αντίληψη που επικρατεί και η οποία περιορίζει την κίνηση του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα χρονικά στην προπολεμική περίοδο, στην περίοδο δηλαδή της αιχμής του, με συνέπεια ο ελληνικός υπερρεαλισμός να εκπροσωπείται σχεδόν αποκλειστικά από τους ποιητές που εμφανίστηκαν την δεκαετία του 30. Ό,τι από εκεί και πέρα μεταπολεμικό, και υπό μία έννοια από αρκετούς εκλαμβάνεται ατυχώς και ως παροπλισμένο.
Προηγουμένως, αναφέρθηκα σε ένα σημαντικό φιλολογικά έλλειμμα: την απουσία μια ιστορίας του ελληνικού υπερρεαλισμού. Το έλλειμμα αυτό έχει καλυφθεί εν μέρει ως προς τον τρόπο εισαγωγής του κινήματος κατά την προπολεμική περίοδο από την πλευρά του Αντρέα Εμπειρίκου με τη μελέτη του Νίκου Σιγάλα το 2012· εξακολουθεί όμως να ισχύει σε σχέση με την πορεία εξέλιξης του υπερρεαλισμού στα χρόνια που ακολούθησαν, από τον Πόλεμο έως και τις μέρες μας. Μία ιστορία που, αξιοποιώντας το αρχειακό υλικό που πλέον έχουμε διαθέσιμο, τις μονογραφίες και τις μελέτες για επιμέρους πρόσωπα και θέματα αλλά και το ρόλο και τη δράση των περιοδικών, θα διερευνά τις ποικίλες εκφάνσεις που εξέλαβε ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα, τα πρόσωπα, τις μεταξύ τους σχέσεις αλλά και ρήξεις, τον ρόλο των ομάδων, τις περιόδους ακμής αλλά και ύφεσης, τις σχέσεις του με τον υψηλό μοντερνισμό και τους εκπροσώπους του, τις σχέσεις του με τα άλλα νεωτερικά ρεύματα που εντωμεταξύ εμφανίστηκαν, όπως το κίνημα των μπήτνικ και τον λετρισμό, καθώς και τον τρόπο πρόσληψης που είχε ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα στο πέρασμα του χρόνου, τους υπερασπιστές αλλά και τους αντιμάχους του· μια ιστορία του υπερρεαλισμού που εντέλει θα αναδεικνύει την αντοχή, το συνεχές και τη διάρκειά του. Σε μία τέτοια ιστορία ο Έκτορας Κακναβάτος θα κατείχε αξιοσημείωτη κεντρική θέση τόσο ως ποιητής όσο και ως κριτικός και θεωρητικός.
Συγγένειες και επιδράσεις
- Ποιους ομότεχνους εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Κακναβάτος και σε ποιους άσκησε επίδραση;
Καταρχάς να σημειώσω πως ο Κακναβάτος γνώριζε καλά την ελληνική ποίηση. Την είχε μελετήσει εις βάθος και σ’ όλη της την έκταση. Στον Όμηρο, τον Αισχύλο και τα δημοτικά τραγούδια εντοπίζει στοιχεία υπερρεαλιστικής προβολής. Τον Κάλβο, τον Σολωμό και τον Καβάφη τους θεωρεί τους τρεις ιεράρχες της μοντέρνας μας ποίησης. Μάλιστα, μεταξύ του Κάλβου και του Σολωμού προκρίνει τον Κάλβο για το ύψος της φωνής του και για την τρομερή κι άγρια, όπως τη χαρακτηρίζει, τιμιότητά του να υπηρετήσει ποιητικά τα πιστεύω του κι έπειτα να διακόψει. Εκτιμά τον Καρυωτάκη, ο θρηνητικός του όμως τόνος βρίσκει ότι δεν του ταιριάζει. Αντίθετα, θαυμάζει, παρά το στομφώδες ύφος του, τον οραματιστή Σικελιανό. Και φυσικά τους υπερρεαλιστές: τον Ελύτη, του οποίου τα ύστερα έργα τα θεωρεί ποιητικά ωριμότερα των έργων του Σεφέρη, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Αντρέα Εμπειρίκο. Από τη γενιά του τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Νίκο Καρούζο κ.ά. Από τους νεότερούς του τη Λαϊνά, τη Μαστοράκη, την Αγγελάκη- Ρουκ, τον Βαγενά, τον Σουλιώτη κ.ά.
Το θέμα της επίδρασης σε νεότερους είναι αρκετά σύνθετο. Εξαρτάται από το πώς ορίζει κάποιος την επίδραση αυτή: ως γλωσσική μίμηση; ως ύφος και τρόπο γραφής; Προφανώς θα βρει κανείς πολλά στοιχεία της ποιητικής του Κακναβάτου στη γραφή του Σπύρου Κανιούρα· άλλωστε οι δυο τους, Κακναβάτος και Κανιούρας, έχουν συνυπογράψει ποιητικές δημιουργίες. Εντύπωση όμως μου έκανε πως πριν από λίγες ημέρες, στην παρουσίαση του βιβλίου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ένας νεότερος ποιητής, προερχόμενος από διαφορετική ποιητική παράδοση, ο Γιάννης Δούκας αναφέρθηκε στη μαθητεία του στον ποιητικό λόγο του Έκτορα Κακναβάτου και στην επίδραση που άσκησε στη δική του, και ποιητική, διαμόρφωση.
- Ας κλείσουμε με κάτι από το έργο του Κακναβάτου, ποίημα, στίχος, απόσπασμα συνέντευξης ή θεωρητικού κειμένου, που σας αρέσει ιδιαίτερα;
Είμαι μεταξύ δύο:
«Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο καταστρέφει την πάμφωτη αταξία των πραγμάτων· κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς την στην αιθάλη τους.»
και
«Η γλώσσα μας δόθηκε για να της φερόμαστε ερωτικά μέσω της Ποίησης (όχι αναγκαστικά έμμετρης, ούτε αναγκαστικά στιχοποιημένης). Έρωτας με κανόνες δεν γίνεται. Είναι αποτυχία.»