|

Η Αγιάσος του 1930 μέσα από τα μάτια του Κώστα Ουράνη – Μια γοητευτική επιστροφή στον παλιό ρυθμό της ζωής

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
5'

Σχεδόν έναν αιώνα πριν, ο Κώστας Ουράνης επισκέφθηκε την Αγιάσο και αποτύπωσε με τη μοναδική του γραφή την ατμόσφαιρα ενός χωριού που έμοιαζε να κινείται σε άλλους, πιο ήσυχους και γαλήνιους ρυθμούς. Μέσα από το οδοιπορικό του, αναδύονται εικόνες γραφικών καλντεριμιών, ευωδιαστών αυλών, ζωντανών ηχοχρωμάτων και αυθεντικών ανθρώπινων σχέσεων. Η αφήγησή του, που δημοσιεύτηκε το 1930, δεν είναι μόνο ένα ταξιδιωτικό κείμενο, αλλά και ένα πολύτιμο πολιτισμικό ντοκουμέντο που μας μεταφέρει σε μια εποχή όπου η ζωή κυλούσε αργά, μαγεμένη από την ομορφιά και την απλότητα της καθημερινότητας.

Η ανάρτηση από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης:

 

 

1930 ΣΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

ΑΓΙΑΣΣΟΣ: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ

Β' ΜΕΡΟς

Συνεχίζοντας το  οδοιπορικό  (εδώ το Α μέρος) , ταξιδεύουμε στην Αγιάσο όπως την αντίκρισε και την ένιωσε ο Κώστας Ουράνης πριν από σχεδόν έναν αιώνα. Ένα χωριό που σύμφωνα με την περιγραφή του κινείται σε ρυθμούς ξεχασμένους από τον χρόνο, όπου η ζωή κυλά ήσυχα, απλά, γεμάτη ζωντανά χρώματα και αρώματα από τις μυρωδιές της φύσης και τους ήχους που σε μαγεύουν. Μέσα από τις ζωντανές του περιγραφές, ζούμε μαζί του μια εποχή που αρνείται να συμβαδίσει με την ομοιομορφία και την τρέλα της σύγχρονης τότε ζωής. Θα περιηγηθούμε στα καλντερίμια της Αγιάσου αλλά και στο σπίτι-ξενοδοχείο της κυρά-Δημητρούλας, όπου πτερωτοί και τετράποδοι ένοικοι μοιράζονται τον χώρο με τους ανθρώπους-ένοικους. Όλοι μαζί ιδιοκτήτρια, δύο χωρικές, ο Ουράνης με τη συνοδό του, κάποιοι μουσικοί, ένας ενωματάρχης και φυσικά οι πτερωτοί και τετράποδοι πελάτες συνωστίζονται και ζωντανεύουν το σπίτι με ζεστασιά και αληθινή ανθρώπινη επαφή έως ότου ολοκληρωθεί η κατασκευή του «Παλλάς» της Αγιάσου.

«Η Αγιάσος έχει μια εξαιρετική γραφικότητα. Στον αιώνα αυτόν που η ομοιομορφία διατρέχει τους τόπους σαν ένας ισοπεδωτικός οδοστρωτήρας είναι μια έκπληξη και μια χαρά να συναντάς μια γωνιά που να κρατάει τον παλιακό, ιδιόρρυθμο χαρακτήρα της ζωής. Γιατί και στην Αγιάσο είναι ό,τι και στο Άγιο Όρος: η ζωή μοιάζει να κινείται με μια αφάνταστη επιβράδυνση, να είναι αιώνες ολόκληρους πίσω από την εποχή μας. Όλα εκεί είναι απλά, ήσυχα, πατριαρχικά, όπως στους καιρούς που η μηχανή δεν είχε ακόμα εμφανιστεί και οι άνθρωποι δεν γνώριζαν τον δικό μας πυρετό. Τι ωραία και τι ξεκουραστικά είναι στην Αγιάσο.

Οι στενοί δρομίσκοι με τα άνισα καλντερίμια είναι εδώ κι εκεί σκεπασμένα με καταπράσινες κληματαριές, όπως οι αυλές των επαρχιακών σπιτιών, και σε όλα τα παράθυρα είναι βασιλικοί και γεράνια. Γύρω από τη μεγάλη εκκλησία, όπου συγκεντρώνεται όλη η κίνηση του χωριού, τα καφενεδάκια, τα οπωροπωλεία και τα υπαίθρια μαγαζάκια έχουν πάνω τους τέτοιες πράσινες τέντες από φύλλα. Το μάτι μαγεύεται αδιάκοπα από τις εναλλαγές του φωτός και τις διακοσμητικές σκιές των κρεμαστών φυλλωμάτων πάνω στα ήσυχα καλντερίμια...

Στα κατώφλια των σπιτιών, γνάθοντας ή κουβεντιάζοντας, είναι καθισμένες γριές και νέες του χωριού, όλες με μεγάλες μαύρες βράκες και ξύλινα τσόκαρα στα γυμνά πόδια τους. Πολλές από τις νέες ήταν όμορφες, με λυγερές κορμοστασιές και ρόδινα πρόσωπα. Κοίταζαν το πέρασμά μας με συμπαθητική περιέργεια, όμως όταν δοκίμαζα να τις φωτογραφήσω, έτρεχαν γελώντας να κρυφτούν. Τα τσόκαρά τους κροτούσαν πάνω στο καλντερίμι και καθώς οι βράκες τους κουνιόνταν στο τρέξιμο, έδιναν την αστεία εντύπωση κυνηγημένων χηνών.

Τις απογευματινές ώρες, όταν άρχιζε να πέφτει η ζέστη, οι πόρτες ήταν όλες ορθάνοιχτες και καθώς περνούσαμε βλέπαμε χωρικούς και χωριάτισσες απασχολημένους σε μικρές βιοτεχνίες: "Εδώ μια γυναίκα ύφαινε στον αργαλειό της, πιο πέρα μια άλλη σχεδίαζε χρωματιστές παραστάσεις σε κόκκινα κανάτια για το νερό, ένας σκάλιζε το ξύλο, άλλος κατασκεύαζε τσόκαρα..." Ήταν ο παλιός και αργός ρυθμός της ζωής που περνούσε από τα μάτια μου. Γέροι Αγιασσώτες με βράκες και καλπάκια στο κεφάλι ανηφόριζαν αργά προς το Σταυρί, το ψηλότερο σημείο του χωριού, κάτω από τα βαθύσκια δέντρα, όπου υπάρχουν γραφικά καφενεδάκια. Μια νέα γύριζε από τη βρύση με τη βιβλική στάμνα στο κεφάλι, ένας νέος χωρικός έσερνε το ανθιστάμενο βόδι του. Παντού τέτοιες εικόνες γαλήνιας ζωής, και πάνω απ’ αυτές η αργή καμπάνα του εσπερινού...

Ο αγαπητός μου συνάδελφος κ. Ροδάς, γράφοντας πρόσφατα για την Αγιάσο, τόνισε το φιλοπρόοδο πνεύμα που άρχισε να πνέει και στο απομονωμένο αυτό ορεινό χωριό της Μυτιλήνης, και πρώτη του εκδήλωση είναι η άδεια που δόθηκε, επιτέλους, από τους χωρικούς να κτιστεί στα πεύκα του βουνού ένα σανατόριο. Ο κ. Ροδάς είχε εμπνευστεί ολόκληρο δραματικό έργο που καταδίκαζε την άρνηση των Αγιασωτών μέχρι χθες να δεχτούν σανατόριο έξω από το χωριό τους, και ήταν φυσικό να χαρεί για το νέο αυτό πνεύμα.

Εγώ όμως, που αγαπώ ιδιαίτερα τα παλιά πράγματα, χάρηκα κι εγώ για την περιπέτεια που ήταν η νύχτα που πέρασα στην Αγιάσο. Το μεγάλο ξενοδοχείο, το οποίο, όπως έγραψε με ενθουσιασμό ο κ. Ροδάς, κτίζει η εκκλησία, θέλει ακόμα πολύ δουλειά για να είναι έτοιμο. Το σπίτι στο οποίο μ’ έστειλε να καταλύσω ο πρόεδρος της κοινότητας ήταν το σπίτι μιας συμπαθητικής βρακοφορούσας Αγιασιώτισσας, της κυρά-Δημητρούλας.

Αχ, το σπίτι της κυρά-Δημητρούλας!

Πέρασα μια νύχτα και μισή μέρα χωρίς να καταλάβω αν ήταν ξενοδοχείο ή ιδιωτική κατοικία, γιατί δεν είχε τίποτα από όσα περιμένει κανείς σ’ ένα ξενοδοχείο, έστω και απλό. Αντίθετα, είχε έναν σωρό ξένους: τρεις μουσικούς που ήταν στην Αγιάσο για μερικές συναυλίες τζαζ-μπάντ, δύο Μυτιληνιές χωρικές που είχαν έρθει να προσκυνήσουν την σεβάσμια εκκλησία, έναν υπενωμοτάρχη και τέλος εμένα με τη συνοδό μου.

Το ισόγειο του σπιτιού ήταν κατειλημμένο από διάφορους πτερωτούς και τετράποδους πελάτες, σ’ ένα πατάρι κούρνιαζαν οι δύο χωρικές μαζί με την κυρά-Δημητρούλα, και στο πρώτο πάτωμα, που είχε ένα διάδρομο και ένα δωμάτιο, συνωστιζόμασταν όλοι εμείς οι άλλοι. Για να φτάσουμε στο δωμάτιο που μας δόθηκε, έπρεπε να περάσουμε ανάμεσα σ’ όλο τον φτερωτό, τετράποδο και δίποδο κόσμο που έβρισκε άσυλο στο σπίτι της κυρά-Δημητρούλας.

Το πρωί μάταια ψάχναμε για μια λεκάνη και ένα δοχείο με νερό να πλυθούμε. Αναγκαστήκαμε να περιοριστούμε στο νερό που είχε ένα ποτήρι, χρησιμοποιώντας ως νεροχύτη το παράθυρο του δωματίου. Αλλά η νύχτα ήταν δροσερή στην Αγιάσο, έξω από το παράθυρο του δωματίου μας ευωδίαζε ο βασιλικός, τα σεντόνια μύριζαν λεβάντα του βουνού, και η κυρά-Δημητρούλα με τη βράκα της και τα γυμνά πόδια της ήταν τόσο καλή και πρόσχαρη, που δεν λυπήθηκα καθόλου που το ανεγειρόμενο «Παλάς» της Αγιάσσου δεν ήταν ακόμα έτοιμο...»

Κ. ΟΥΡΑΝΗΣ

«΄Ελ. Βήμα»

Ολόκληρη αυτή η γλαφυρή αφήγηση του Κώστα Ουράνη μας μεταφέρει ζωντανά στην αυθεντική ζωή της Αγιάσου ενός αιώνα πριν, αποτυπώνοντας με σεβασμό και τρυφερότητα έναν κόσμο που μοιάζει να αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και στην ομοιομορφία της σύγχρονης εποχής. Ιστορίες σαν κι αυτή δεν είναι απλώς διηγήσεις του παρελθόντος, αλλά πολύτιμα ντοκουμέντα που φωτίζουν την πολιτισμική μας κληρονομιά. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η Βιβλιοθήκη, ως θεματοφύλακας της μνήμης και της γνώσης, αναδεικνύει και διαφυλάσσει τέτοιες ιστορίες, προσφέροντας πρόσβαση σε κείμενα και αφηγήσεις που συνθέτουν τον πλούτο της τοπικής μας παράδοσης. Μας δίνεται η ευκαιρία να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, να ζήσουμε μαζί με τους προγόνους μας και να κρατήσουμε ζωντανές τις αξίες και τις εικόνες μιας άλλης εποχής.

Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 13-08-1930

 

(Ολόκληρο το φύλλο σε ψηφιακή μορφή http://dspace.cplm.gr/handle/123456789/21194 )

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις