|

Μυτιλήνη & Σμύρνη: Μια σχέση γλυκιά, πειραχτική και βαθιά σαν το Αιγαίο

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
2'

Μυτιλήνη & Σμύρνη:
Ένας δεσμός που δεν γερνά, μόνο ωριμάζει

Υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται τύμπανα. Αρκεί να ακουμπήσεις το αυτί σου πάνω τους, κι αμέσως νιώθεις παλμό, παρελθόν, μυρωδιές, ανθρώπους. Κάπως έτσι ξεδιπλώνονται τα δύο μικρά, αλλά απολύτως πολύτιμα κείμενα που έφερε στο φως η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης. Δύο σπαράγματα μνήμης που συνομιλούν σαν παλιοί γνώριμοι και μας θυμίζουν πως η σχέση Μυτιλήνης–Σμύρνης δεν ήταν ποτέ απλή γεωγραφία· ήταν σχέση αίματος, θαλάσσης, ιδιοσυγκρασίας.

Το πρώτο κείμενο, του 1936, είναι ένα μικρό διαμαντάκι καθημερινότητας:
Ο Σμυρνιός ζαχαροπλάστης Π. Βαλάκης, εγκατεστημένος στη Μυτιλήνη, ζητά… παράταση για να γράψει στον «Τρίβολο». Όχι από βαρεμάρα, αλλά γιατί έχει ξετινάξει τα υλικά για τα χριστουγεννιάτικα γλυκά: φοινίκια, κορκομπίνια, βασιλόπιτες. Και μέσα στη ζάχαρη και τα καϊμάκια, πετάει κι ένα πείραγμα στους Μυτιληνιούς: τα γλυκά τους ήταν, λέει, «λιπανέβατα και γλίτζικα». Ένα χτύπημα στον ώμο, όχι μαχαιριά. Ένα «σε πειράζω γιατί είσαι δικός μου».

Και πράγματι, αυτό το «δικός μου» δεν είναι τυχαίο.


Το δεύτερο κείμενο, του 1923, το εξηγεί χωρίς να το λέει: ένας Μυτιληνιός, δεκάχρονο παιδί τότε, ταξιδεύει με καΐκι για να φοιτήσει στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Περιγράφει μια πόλη που έσφυζε από ζωή, από τρόπους, από ευκαιρίες. Μια πόλη που μαγνήτιζε τη Λέσβο. Δεν ήταν λίγοι οι Μυτιληνιοί που έφευγαν «για λίγο» και κατέληγαν να μένουν χρόνια. Εργάτες, έμποροι, μαθητές. Οι δύο κοινωνίες ήταν σε συνεχή ροή, ένα πήγαινε–έλα που έμοιαζε περισσότερο με συγγένεια παρά με ανταλλαγή.

Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη διαρκή, φιλική τριβή, γεννήθηκε και η ελαφριά καζούρα των Σμυρνιών προς τους Μυτιληνιούς: «κιτρινοπόδηδες», «μαστροχαλαστάδες», «Στρατέλια». Παρατσούκλια που δεν πλήγωναν, αλλά φανέρωναν οικειότητα. Τα λέμε μόνο σε όποιον θεωρούμε… δικό μας άνθρωπο.

Γι’ αυτό και οι λέξεις του Βαλάκη το 1936 βγαίνουν με άνεση. Γιατί στην πραγματικότητα δεν μιλούσε ένας ξένος για τους Μυτιληνιούς· μιλούσε ένας άνθρωπος που είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε δύο κόσμους που, στην ουσία, ήταν ένας.

Μυτιλήνη και Σμύρνη δεν μοιράστηκαν μόνο το ίδιο θαλάσσιο πέρασμα.
Μοιράστηκαν συνήθειες, ανέκδοτα, σπιτικά αρώματα, εμπορικούς δρόμους, σχολικές αυλές, και, το σημαντικότερο, ένα χιούμορ που γεννιέται μόνο ανάμεσα σε συγγενείς ψυχές.

Κι αν κάτι μένει από αυτά τα δύο αποσπάσματα, είναι η διαπίστωση ότι ο δεσμός των δύο πόλεων δεν έσβησε. Απλώς άλλαξε παλμό.
Κουβαλιέται τώρα σε λέξεις, σε μνήμες, σε μικρές χριστουγεννιάτικες ιστορίες που επιμένουν να μας θυμίζουν ότι η θάλασσα μπορεί να χωρίζει γη, αλλά ενώνει ανθρώπους.

Και αυτός ο δεσμός, γλυκός σαν κορκομπίνι και πειραχτικός σαν σμυρνέικο χαμόγελο, παραμένει εκεί. Αθόρυβος, αλλά ζωντανός.

 

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδες Τρίβολος, 25-12-1936,

http://dspace.cplm.gr/handle/123456789/15658

Ελεύθερος Λόγος, 16-03-1923

http://dspace.cplm.gr/handle/123456789/1862

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις