|

Το θαύμα που ένωσε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους στη Λέσβο και η κόντρα των χωριών για το πανηγύρι

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
8'

Το αφιέρωμα "Λεσβιακά Πανηγύρια" του Γ. Κονδύλη (Ταχυδρόμος, 1930)  περιγράφει το μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους στον Ταύρο της Αγίας Παρασκευής Λέσβου. Με βαθιές θρησκευτικές ρίζες και λαϊκές παραδόσεις, το πανηγύρι ξεκίνησε από ένα θαύμα: την εμφάνιση του Αγίου σε έναν ζευγολάτη. Με τον καιρό καθιερώθηκε με ιπποδρομίες, κουρμπάνι (θυσία ζώου), γλέντια και συμμετοχή πλήθους χωριών. Στο αφιέρωμα αναφέρονται και θρύλοι για θαύματα του Αγίου, όπως η τιμωρία ενός πασά που απαγόρευσε το πανηγύρι και η σωτηρία ενός Τουρκμενικού παιδιού, γεγονός που οδήγησε ακόμα και μουσουλμάνους να συμμετέχουν στη γιορτή. Επίσης, περιγράφεται η ανταγωνιστική συνύπαρξη χωριών (Κλωμηδάδο(Νάπη), Μανταμάδος) στη διοργάνωση των πανηγυριών. Το πανηγύρι αναδεικνύεται ως ένα βαθιά ριζωμένο κοινωνικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό γεγονός, σύμβολο ενότητας και πίστης των κατοίκων της Λέσβου.

 

Αφιέρωμα στα πανηγύρια της Λέσβου με τίτλο "ΛΕΣΒΙΑΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ"από την εφημερίδα Ταχυδρόμος το και του περιοδεύοντος συντάκτη της Γ. Κονδύλη

Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης

"Το πανηγύρι του Ταύρου": Μέρος Α'-Β'-Γ'

Αγία Παρασκευή, Ιούνιος 1930

(*Έχει γίνει ελεύθερη απόδοση στο κείμενο και όχι ακριβής μεταγραφή του άρθρου)

"Στην Αγία Παρασκευή, τελείται ένα από τα μεγαλύτερα και ομορφότερα πανηγύρια του νησιού μας —το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, στο όρος Ταύρος. Το πανηγύρι συγκεντρώνει πλήθος κόσμου από τα γύρω χωριά: Αγία Παρασκευή, Καλλονή, Κλωμηδάδο (Νάπη), Μανταμάδο, Μπαλτζίκι (Νέες Κυδωνίες), Μυστεγνά, Θερμή, Πηγή, Κώμη και άλλα. Κάθε χρόνο οργανώνονται ιππικοί αγώνες που προσελκύουν χιλιάδες θεατές και προσφέρουν ένα εντυπωσιακό θέαμα.

Σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, πριν από 150 και πλέον χρόνια (1780), ένας ζευγολάτης έχασε ένα από τα καλύτερα μοσχάρια του. Αφού άφησε το κοπάδι του, βγήκε να το ψάξει. Περιπλανήθηκε για πολλές μέρες σε διάφορες αγροτικές περιοχές, ώσπου έφτασε στο πυκνό δάσος, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους.

Μέσα στο δάσος, συνάντησε έναν Τούρκο δασοφύλακα, γνωστό για την κακοποιό του δράση. Ο Τούρκος τον διέταξε να σταματήσει, και ο άοπλος χωρικός, καταλαβαίνοντας πως κινδύνευε, έτρεξε να ξεφύγει. Τρέχοντας έφτασε σε ένα σημείο όπου του παρουσιάστηκε ένας σεβάσμιος γέροντας, που τον ρώτησε γιατί έτρεχε μόνος στο έρημο δάσος.

Ο ζευγολάτης του διηγήθηκε την περιπέτειά του. Ο γέροντας τον καθησύχασε, του είπε να μη φοβάται και ότι είχε ήδη βρει το χαμένο του μοσχάρι και θα του το έδινε. Ο χωρικός χάρηκε πολύ, αλλά πρόσεξε ότι ο Τούρκος είχε φτάσει πάλι κοντά του και τον σημάδευε με όπλο. Ο γέροντας, ωστόσο, του συνέστησε ξανά να μη φοβάται. Κι ενώ όλα έδειχναν πως ο Τούρκος θα τον έβλεπε και θα τον χτυπούσε, διαπίστωσε με έκπληξη ότι δεν μπορούσε να τον δει, παρόλο που ήταν κοντά του. Ο Τούρκος έψαξε μάταια και τελικά έφυγε.

Ο γέροντας πήρε τότε τον ζευγολάτη, του παρέδωσε το μοσχάρι και του έδειξε ένα μονοπάτι που οδηγούσε πίσω στο χωριό του. Μόλις του έδειξε το δρόμο, εξαφανίστηκε. Ο χωρικός επέστρεψε και διηγήθηκε στους συγχωριανούς του όλα όσα του είχαν συμβεί. Όταν τους περιέγραψε τον γέροντα, όλοι πίστεψαν πως ήταν ο ίδιος ο Άγιος Χαράλαμπος.

Μια άλλη εκδοχή λέει ότι ο χωρικός είδε τον γέροντα εκείνο το ίδιο βράδυ στον ύπνο του. Ο άγιος του είπε: «Εγώ είμαι ο Άγιος Χαράλαμπος και θέλω να μου χτίσεις εκκλησία εκεί που με βρήκες». Από ευγνωμοσύνη, ο χωρικός μάζεψε μερικούς φίλους του και πήγαν στο σημείο όπου βρήκε το μοσχάρι. Έσφαξαν ένα κριάρι ως θυσία και γλέντησαν μέχρι το βράδυ.

Γυρνώντας στο χωριό, πέρασαν από τις κεντρικές οδούς καβάλα στ’ άλογά τους, κι εκεί συνεχίστηκε το γλέντι και στα καφενεία. Την επόμενη χρονιά, οι ίδιοι πήγαν ξανά στο ίδιο μέρος, παίρνοντας μαζί και άλλους. Το γλέντι έγινε παράδοση και με τα χρόνια εξελίχθηκε στο μεγαλοπρεπές θρησκευτικό και αγροτικό πανηγύρι που γνωρίζουμε σήμερα.

Πολλοί θρύλοι έχουν διασωθεί για το πανηγύρι του Αγίου. Ένας από αυτούς λέει ότι κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ένας Τούρκος πασάς από την πόλη, φιλοξενούμενος στο Μπαλτζίκι, έμαθε ότι οι Χριστιανοί διοργάνωναν μεγάλο πανηγύρι στην περιοχή με παρελάσεις και ιπποδρομίες. Ήταν πολύ θρήσκος (με την κακή έννοια) και μισούσε τους Χριστιανούς. Απαγόρευσε λοιπόν τη διεξαγωγή του πανηγυριού.

Οι Χριστιανοί, διωγμένοι από τους στρατιώτες, γύρισαν θλιμμένοι στα χωριά τους. Όμως, λίγο μετά, ο ουρανός που ήταν καθαρός, σκοτείνιασε. Ξέσπασε ξαφνική μπόρα, και ένας κεραυνός έπεσε στο σπίτι του πασά, καίγοντάς τον μόνο αυτόν, χωρίς να πειράξει κανέναν άλλον.

Το γεγονός θεωρήθηκε μεγάλο θαύμα. Από τότε, ο άγιος λατρεύεται όχι μόνο από τους Χριστιανούς αλλά και από τους ίδιους τους Τούρκους.

Ακόμα κι οι Τούρκοι, οι λεγόμενοι Τουρκμένιδες, που ζούσαν σκορπισμένοι στις απέραντες πλαγιές του όρους Ταύρου, τιμούσαν με μεγάλο σεβασμό το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους. Τον θεωρούσαν προστάτη του χωριού τους και τον λάτρευαν με φανατισμό. Αφορμή για αυτή τη λατρεία δεν ήταν μόνο το θαύμα με την κεραυνοπληξία, αλλά και ένα ακόμα περιστατικό που τους συγκλόνισε.

Οι Τουρκμένιδες συνήθιζαν να ζουν από την πώληση ξύλων, ξυλοκάρβουνων και ζώων. Μια μέρα, ένας απ’ αυτούς φόρτωσε το μουλάρι του με ξύλα και τη γυναίκα του και τοποθέτησε και το μικρό παιδί τους πάνω στο σαμάρι, αφού πρώτα το έβγαλε από μια “νταγαρτζίκια” (έναν δερμάτινο σάκο). Ο ίδιος κρατούσε στα χέρια του δυο μικρά αρνάκια για να τα πουλήσει στο χωριό.

Μόλις, όμως, φόρτωσαν το ζώο και ανέβασαν και το παιδί, το μουλάρι – που πάντα ήταν ήσυχο και καλόβολο – άρχισε ξαφνικά να καλπάζει μανιασμένα προς τη μεριά όπου βρισκόταν το ξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους. Ο Τουρκμένης και η γυναίκα του, χωρίς να αφήσουν τα πράγματά τους, άρχισαν να το κυνηγούν. Το ζώο σταματούσε κατά διαστήματα και τους κοίταζε, αλλά μόλις αυτοί πλησίαζαν, ξανάρχιζε το τρέξιμο. Αυτό έγινε πολλές φορές, μέχρι που το μουλάρι έφτασε μπροστά στο ξωκλήσι, όπου και σταμάτησε.

Εκείνη την ημέρα γινόταν το πανηγύρι. Οι χριστιανοί περίμεναν να μεταφερθούν τα ξύλα για την παρασκευή του περίφημου κεσκέτς και το ψήσιμο του κουλμπανιού. Όταν είδαν το μουλάρι φορτωμένο, νόμισαν πως ήταν από κάποιους που είχαν στείλει για ξύλα και άρχισαν να το ξεφορτώνουν. Έμειναν όμως κατάπληκτοι όταν πάνω στο σαμάρι είδαν το μικρό παιδάκι, ντυμένο με τουρκμένικα ρούχα να κάθεται ήσυχα και να μη βγάζει άχνα.

Η έκπληξή τους έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν, λίγο αργότερα, έφτασαν τρέχοντας οι γονείς του παιδιού, ανακουφισμένοι που το βρήκαν σώο. Τους διηγήθηκαν τα όσα είχαν συμβεί και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο Χαράλαμπο – στον οποίο απέδωσαν τη σωτηρία του παιδιού – δώρισαν στην εκκλησία όχι μόνο τα ξύλα, αλλά και τα δύο αρνάκια τους. Στη συνέχεια, άφησαν κατά μέρος τις δουλειές τους και διασκέδασαν μαζί με τους χριστιανούς στο πανηγύρι.

Από τότε, κάθε χρόνο οι Τουρκμένιδες γιόρταζαν μαζί με τους χριστιανούς τη γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους και φρόντιζαν να φέρνουν πάντα τα απαραίτητα ξύλα για το κουλμπάνι.

Στο πέρασμα των χρόνων, πολλοί δοκίμασαν την πίστη και την αντοχή του Αγίου μα κανένας δεν βγήκε ατιμώρητος όταν τον περιγέλασε ή τον αψήφησε. Ο Άγιος δεν ζητούσε πολλά λίγο σεβασμό, λίγη πίστη και το κουρμπάνι του να μη λείψει τη μέρα της γιορτής του.

Αυτή τη δύναμη του Αγίου την είχαν νιώσει όλοι στο χωριό, και δεν τολμούσε κανείς να τον παραμελήσει. Όμως, όπως γίνεται πάντα, υπήρχαν και εκείνοι που ξεχνούσαν την πίστη τους στον Άγιο.

Μια χρονιά δύσκολη, με φτώχεια και αρρώστιες, μια φτωχή χήρα με τέσσερα παιδιά δεν είχε τίποτα να βάλει στο κουρμπάνι του Αγίου. Ζήτησε βοήθεια από μια φιλάργυρη γειτόνισσα, που όμως την απέρριψε ψυχρά. Η χήρα μαγείρεψε με ό,τι είχε, μια χούφτα φακές με δυόσμο και προσευχήθηκε.

Η φιλάργυρη, όμως, δεν είχε καλό τέλος. Εκείνο το βράδυ πέθανε με βαριά καρδιά. Οι χωριανοί είπαν πως ο Άγιος Χαράλαμπος δεν αστειεύεται: θέλει πίστη και καλή καρδιά, όχι μόνο φαγητό. Έκτοτε, ακόμα κι αν ήταν φτωχοί, όλοι φρόντιζαν να κρατούν λίγη προσφορά για το κουρμπάνι, γιατί ήξεραν πως ο Άγιος βλέπει και δεν ξεχνά.

 

Αγία Παρασκευή, Ιούνιος 1930

 

"Μέχρι το 1874, το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους εορταζόταν από τους κατοίκους των γύρω χωριών χωρίς τάξη και οργάνωση. Την κατάσταση αυτή άλλαξε η ίδρυση του Γεωργικού Σωματείου «Πρόοδος» στην Αγία Παρασκευή, το οποίο ανέλαβε έκτοτε τη συστηματική διοργάνωση του πανηγυριού.

Αξίζει να αναφερθεί πως κάθε χωριό της περιοχής τιμούσε τον Άγιο ξεχωριστά. Οι κάτοικοι του Κλωμηδάδου (Νάπης), για παράδειγμα, δεν δέχονταν να συνεορτάσουν με τους «Αγιαπαρασκευώτες». Ισχυρίζονταν ότι ο πρώτος ζευγολάτης που ανακάλυψε τον Άγιο καταγόταν από το χωριό τους, όπως και ο πλούσιος κτηματίας που έχτισε την εκκλησία του. Υποστήριζαν ακόμα πως το χωριό τους προϋπήρχε της Αγίας Παρασκευής και συνεπώς δεν ήταν σωστό να πανηγυρίζουν μαζί της.

Έτσι, μόλις μάθαιναν από εφημερίδες ή άλλες πηγές πότε θα γινόταν το πανηγύρι στην Αγία Παρασκευή –που, σημειωτέον, δεν είχε σταθερή ημερομηνία και τελούνταν κάποια Κυριακή του Μαΐου– έσπευδαν να το τελέσουν μόνοι τους, συνήθως τρεις-τέσσερις ημέρες νωρίτερα, για να προηγηθούν. Διοργάνωναν και τις δικές τους ιπποδρομίες, σε αγροτική τοποθεσία με το όνομα «Καμίνια», περίπου τρία τέταρτα της ώρας βορειοανατολικά του χωριού.

Το 1930, μόλις οι Κλωμηδιώτες πληροφορήθηκαν πότε θα γινόταν το πανηγύρι στην Αγία Παρασκευή, έσπευσαν να προηγηθούν, οργανώνοντας τις δικές τους εκδηλώσεις την Τετάρτη της ίδιας εβδομάδας. Εκείνη όμως την ημέρα, μια δυνατή νεροποντή έπιασε καταρρακτωδώς και τους μούσκεψε ως το κόκαλο. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαλαν κάτω, την επόμενη ημέρα συγκεντρώθηκαν στη θέση «Καμίνια» και πραγματοποίησαν με τάξη και επισημότητα τις καθιερωμένες ιπποδρομίες τους. Νικητής του αγώνα αναδείχθηκε ο κ. Γεώργιος Χ΄ Παναγιώτου, προκαλώντας ζωηρά χειροκροτήματα και επιφωνήματα από τους παρευρισκόμενους.

Την ίδια χρονιά, οι Κλωμηδιώτες ίδρυσαν και αλληλοβοηθητικό Σύλλογο με την επωνυμία «Άγιος Χαράλαμπος», με σκοπό την όσο το δυνατόν καλύτερη οργάνωση του πανηγυριού.

Από την άλλη πλευρά, οι Μανταμαδιώτες γιόρταζαν άλλοτε με τους Αγιαπαρασκευιώτες, άλλοτε με τους Κλωμηδιώτες και άλλοτε μόνοι τους. Οι ιπποδρομίες τους διεξάγονταν στη θέση «Λινόχωμα», λίγο έξω από το χωριό. Εκείνη τη χρονιά επρόκειτο να πανηγυρίσουν μαζί με τους Αγιαπαρασκευιώτες, αλλά η νεροποντή οδήγησε σε αναβολή και έτσι γιόρτασαν μόνοι. Στους ιππικούς αγώνες, πρώτος βγήκε ο κ. Μιχ. [Ρ-νε-λης], ιππεύοντας τη φοράδα του Αθαν. Στυλιανίδη, και δεύτερος ο κ. Νικ. Βαξεβάνης με τη φοράδα του κ. Ευαγγ. Χ΄ Δημητρίου.

Το πανηγύρι στην Αγία Παρασκευή πραγματοποιήθηκε τελικά, με κάθε επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. Οι παραδόσεις που τηρήθηκαν ήταν μοναδικές: όλοι οι πανηγυριστές μετέβησαν έφιπποι στον Άγιο Χαράλαμπο, κουβαλώντας μαζί τους τρόφιμα, ποτά και γλυκίσματα. Ανέβηκαν έφιπποι τα πέτρινα σκαλοπάτια της εκκλησίας και έλαβαν την ευλογία του ιερέα για τους ίδιους και τα άλογά τους. Κατόπιν ξάπλωσαν κάτω από τα πεύκα και άρχισαν το γλέντι.

Το δάσος αντηχούσε από τραγούδια, μουσικές και χαρές μέχρι το Σάββατο το απόγευμα. Το Σάββατο, γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, πραγματοποιήθηκε η καθιερωμένη τελετή της θυσίας του κουλμπανιού, ενός στολισμένου βοδιού που είχε προσφέρει εκείνη τη χρονιά ο κ. Γεώργιος Πλάτων. Μετά την ευλογία και την περιφορά γύρω από την εκκλησία, ακολούθησε η συμβολική δημοπρασία του «αίματος», έθιμο βαθιά ριζωμένο στην τοπική παράδοση. Το ζώο στη συνέχεια μαγειρεύτηκε για να ετοιμαστεί το παραδοσιακό κεσκέτσ, το οποίο μοιράστηκε σε όλους τους προσκυνητές δωρεάν. Κατά τη διάρκεια της τελετής, οι παρευρισκόμενοι αντάλλασσαν την καθιερωμένη ευχή: «Τ’ χρόν’ ούλ’ μας μλάργια», εκφράζοντας την ευχή να γεννήσουν οι φοράδες τους μουλάρια και προσδοκώντας γονιμότητα και καλή σοδειά.

Ξεχωριστή μορφή του πανηγυριού αποτελούσε κάθε χρόνο ένας ιδιαίτερος άνθρωπος της υπαίθρου, ο Δημήτρης Κολιός, βοσκός από την Αγία Παρασκευή. Από τα παιδικά του χρόνια ζούσε απομονωμένος στα βουνά, στις υπώρειες του Λεπετύμνου, κοντά στην περιοχή της Στύψης, μακριά από ανθρώπινη παρουσία. Μοναδική του επαφή με τον κόσμο ήταν το πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, στο οποίο δεν έλειπε ποτέ, διανύοντας κάθε φορά με τα πόδια ή με το ζώο του τα 30 με 35 δύσβατα χιλιόμετρα μέσα από τα βουνά για να φτάσει.

Όταν κάποτε τον ρώτησαν πώς γνωρίζει πότε θα γίνει το πανηγύρι, αφού δεν έχει επικοινωνία με κανέναν, εκείνος απάντησε με απόλυτη φυσικότητα: «Το καταλαβαίνω από τα όνειρά μου… κι από τα ζωντανά που χάνονται από τα «τσαγίρια». Τα παίρνουν οι νοικοκυραίοι για τον «Άγιο». Μοιάζει σχεδόν με μυθικό πρόσωπο ένας άνθρωπος τραχιάς ζωής, μισοάγριος και αγνός συνάμα, που με δικό του, εσωτερικό ρολόι, εμφανιζόταν σταθερά σε κάθε πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, όχι μόνο στην Αγία Παρασκευή, αλλά και στα γύρω χωριά, σαν άγρυπνος φρουρός μιας παράδοσης που δεν ήθελε να χαθεί."

(07-06-1930)

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις