Αφθώδης στη Λέσβο: Το Υπουργείο κλείνει την πόρτα στη θεωρία των αντισωμάτων και επιμένει στη γραμμή της εκρίζωσης
Η συζήτηση για τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο περνά πλέον και σε άλλη φάση! Δεν αφορά μόνο τα μέτρα, τις αποζημιώσεις ή την αγωνία των κτηνοτρόφων. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της διαχείρισης της νόσου: ποια ζώα θεωρούνται πραγματικά επικίνδυνα, ποια θανατώνονται και με ποια επιστημονική βάση λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Τις τελευταίες ημέρες έχει ανοίξει έντονα η συζήτηση γύρω από τα αντισώματα στα αιγοπρόβατα. Η βασική θέση που διατυπώνεται από κτηνιάτρους και επιστήμονες είναι ότι η παρουσία αντισωμάτων δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με ενεργή νόσο ούτε με δυνατότητα μετάδοσης του ιού. Με απλά λόγια, άλλο πράγμα να έχει περάσει ένα ζώο από ανοσολογική επαφή με τον ιό και άλλο πράγμα να είναι σήμερα φορέας που μεταδίδει.
Αυτή η προσέγγιση έχει βρει έδαφος στη Λέσβο, κυρίως επειδή οι κτηνοτρόφοι βλέπουν ολόκληρα κοπάδια να οδηγούνται σε θανάτωση, ενώ ζητούν περισσότερη εργαστηριακή τεκμηρίωση, μεγαλύτερη χρήση της PCR και πιο στοχευμένες αποφάσεις. Το επιχείρημα είναι σαφές: όταν μιλάμε για τον αφανισμό μιας εκτροφής, η απόφαση δεν μπορεί να πατά μόνο πάνω στην υποψία ή στην ορολογική εικόνα.
Όμως, σύμφωνα με πληροφορίες του Lesvosnews.net, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν φαίνεται διατεθειμένο να ανοίξει αυτή την πόρτα. Αντιθέτως, στελέχη του Υπουργείου, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες και με κτηνιάτρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορρίπτουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση ως μη επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένη για να αλλάξει η επίσημη στρατηγική.
Η κυβερνητική γραμμή, όπως μεταφέρεται αρμοδίως, παραμένει μία: εκρίζωση της νόσου. Και εκρίζωση, στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, σημαίνει αυστηρή επιτήρηση, περιοριστικά μέτρα και θανατώσεις στις θετικές εκτροφές.
Το Υπουργείο φέρεται να θεωρεί ότι η θεωρία «τα ζώα με αντισώματα δεν μεταδίδουν τον ιό» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχειρησιακή βάση σε ένα νόσημα τόσο μεταδοτικό όσο ο αφθώδης. Η ένσταση των επίσημων αρχών δεν είναι θεωρητική. Είναι πρακτική και πολιτική μαζί. Φοβούνται ότι μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να δημιουργήσει κενό στη διαχείριση, να αμφισβητήσει το ευρωπαϊκό καθεστώς προστασίας και να ανοίξει θέμα αξιοπιστίας για τη χώρα.
Με άλλα λόγια, το ΥΠΑΑΤ δεν συζητά τη μετατόπιση από τη λογική της εκρίζωσης στη λογική της επιλεκτικής διαχείρισης. Το μήνυμα προς τη Λέσβο είναι ένα: η αντιμετώπιση του αφθώδη δεν θα γίνει με πειραματισμούς, δεν μπορεί να γίνει με πειραματισμού!
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, και οι Ευρωπαίοι κτηνίατροι που παρακολουθούν την υπόθεση. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση αντιμετωπίζει τον αφθώδη ως νόσο υψηλού κινδύνου, όπου το κρίσιμο δεν είναι μόνο το μεμονωμένο ζώο, αλλά η προστασία ολόκληρου του ζωικού κεφαλαίου, των μετακινήσεων, των αγορών και του εμπορικού καθεστώτος της χώρας.
Αυτό είναι και το σημείο που πονά περισσότερο. Για τους κτηνοτρόφους, κάθε κοπάδι είναι ζωή, περιουσία, οικογενειακή συνέχεια. Για το Υπουργείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε θετική εκτροφή είναι δυνητική εστία διασποράς που πρέπει να κλείσει γρήγορα, πριν η φωτιά περάσει το χωράφι και γίνει πυρκαγιά.
Η σύγκρουση, λοιπόν, δεν είναι απλώς επιστημονική. Είναι και βαθιά κοινωνική. Από τη μία πλευρά βρίσκονται άνθρωποι που ζητούν να μη θανατώνονται ζώα χωρίς αδιάσειστη απόδειξη ενεργού ιού. Από την άλλη βρίσκεται ένας κρατικός και ευρωπαϊκός μηχανισμός που λειτουργεί με όρους υγειονομικής ασφάλειας, διεθνών κανόνων και φόβου γενικευμένης εξάπλωσης.
Το Υπουργείο, από την πλευρά του, δείχνει να έχει καταλήξει: η γραμμή της εκρίζωσης δεν αλλάζει. Οι σφαγές θα συνεχιστούν όπου οι αρμόδιες υπηρεσίες κρίνουν ότι υπάρχει θετική εκτροφή ή σοβαρός υγειονομικός κίνδυνος.