Άγιος Παΐσιος: «Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ» – Η συγκλονιστική μαρτυρία Μυτιληνιού και η σύνδεση με το Αμπελικό
«Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ»: Η συγκλονιστική μαρτυρία ενός Μυτιληνιού που συνάντησε τον Άγιο Παΐσιο
Από το μικρό παρεκκλήσι του Αμπελικού στο κελί της Παναγούδας – Μια αληθινή ιστορία αγωνίας, πίστης και παρηγοριάς
Υπάρχουν τόποι που δεν χρειάζονται μεγάλους τρούλους και χρυσά καντήλια για να γίνουν καταφύγια της ψυχής. Τους αρκούν λίγες πέτρες, ένα αναμμένο κερί και η σιωπηλή προσευχή ανθρώπων που φθάνουν εκεί φορτωμένοι με τον πόνο τους.
Ένας τέτοιος τόπος βρίσκεται στο Αμπελικό της Λέσβου.
Εκεί, στο ορεινό χωριό του Πλωμαρίου, το μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Παϊσίου γίνεται κάθε χρόνο σημείο συνάντησης των πιστών. Με αφορμή την εορτή του Αγίου στις 12 Ιουλίου, άνθρωποι από διαφορετικές περιοχές του νησιού ανεβαίνουν στο χωριό για να ανάψουν ένα κερί, να ψιθυρίσουν ένα όνομα και να αφήσουν μπροστά στην εικόνα όσα δεν μπορούν να πουν σε κανέναν άλλο.
Ο Αγιορείτης μοναχός που έφερε τη μνήμη του Παϊσίου στο Αμπελικό
Πίσω από την ανέγερση του παρεκκλησίου βρίσκεται μια ιδιαίτερη ιστορία. Ο μοναχός Ραφαήλ, ένας ηλικιωμένος Αγιορείτης που φιλοξενήθηκε για χρόνια από την Ενορία του Αμπελικού σε ένα ταπεινό καλύβι έξω από το χωριό, είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Παΐσιο στο Άγιο Όρος.
Μιλούσε συχνά στους κατοίκους και ιδιαίτερα στα παιδιά για όσα είχε ακούσει κοντά του. Όταν αποφασίστηκε η ανέγερση του παρεκκλησίου, ο μοναχός Ραφαήλ έκλαψε από χαρά. Τον Απρίλιο του 2018 έβαλε ο ίδιος τον θεμέλιο λίθο και οι κάτοικοι, με προσωπική εργασία και δωρεές, ολοκλήρωσαν το εκκλησάκι μέσα σε λίγους μήνες.
Ίσως γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι δεν μοιάζει απλώς με ένα ακόμη κτίσμα. Οι πέτρες του κουβαλούν τον κόπο των κατοίκων, τα δάκρυα ενός Αγιορείτη και τη μνήμη ενός ανθρώπου που δίδαξε ότι η μεγαλύτερη άσκηση δεν είναι να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους, αλλά να πονάς μαζί τους.
Και η Λέσβος έχει τη δική της συγκλονιστική μαρτυρία από άνθρωπο που συνάντησε τον Άγιο Παΐσιο.
Η αγωνία ενός Μυτιληνιού πατέρα
Το 1992, ο Γεώργιος Καμπούρης, Μυτιληνιός αξιωματικός του Στρατού, υπηρετούσε σε μονάδα του Έβρου και ζούσε στο Διδυμότειχο. Η σύζυγός του, Μαρία, βρισκόταν στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης του δεύτερου παιδιού τους.
Μια εξέταση για αντισώματα ερυθράς βγήκε θετική. Η εξέταση επαναλήφθηκε και το αποτέλεσμα προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αγωνία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, γιατροί τούς μιλούσαν ακόμη και για το ενδεχόμενο διακοπής της κύησης, εξαιτίας του φόβου ότι το έμβρυο μπορεί να είχε προσβληθεί.
Ο ίδιος βρισκόταν μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Από τη μία πλευρά οι ιατρικές προειδοποιήσεις. Από την άλλη, ένα παιδί έξι μηνών που ζούσε ήδη μέσα στη μητέρα του.
«Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ»
Ένα βράδυ, ενώ κοιμόταν μόνος στο Διδυμότειχο, είδε στο όνειρό του έναν ηλικιωμένο ρασοφόρο να τον καλεί να πάει στο Άγιο Όρος.
Ο αξιωματικός τού απάντησε ότι δεν γνώριζε ούτε τον δρόμο ούτε τον τρόπο για να φθάσει εκεί.
Η απάντηση του Γέροντα ήταν λιτή:
«Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ».
Ξύπνησε τρομαγμένος. Άναψε το φως, κοίταξε γύρω του και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι ήταν απλώς ένα όνειρο. Όταν όμως ξανακοιμήθηκε, ο ίδιος Γέροντας εμφανίστηκε πάλι και επανέλαβε την πρόσκληση.
Λίγες ώρες αργότερα, περίπου στις 2:30 τα ξημερώματα, πήρε την απόφαση να ξεκινήσει για το Άγιο Όρος. Δεν είχε οργανώσει το ταξίδι. Δεν είχε κλείσει διαμονή. Είχε μόνο την αγωνία του και εκείνη τη φράση που συνέχιζε να ακούγεται μέσα του.
Η συνάντηση στην Παναγούδα
Όταν έφθασε στο κελί του Αγίου Παϊσίου, συνάντησε πλήθος προσκυνητών. Περίμενε υπομονετικά τη σειρά του, βλέποντας τον Γέροντα να λέει στους περισσότερους ότι δεν υπήρχε χρόνος για ιδιαίτερη συνομιλία.
Όταν όμως πλησίασε ο Μυτιληνιός αξιωματικός, ο Άγιος τού είπε να καθίσει επειδή ήταν κουρασμένος και είχε έρθει από τον Έβρο. Στη συνέχεια, πριν ακόμη του εξηγήσει ποιος ήταν, τον αναγνώρισε ως στρατιωτικό.
Τότε ο άνθρωπος άνοιξε την καρδιά του. Του μίλησε για τη Μαρία, για το παιδί, για τις εξετάσεις και για το αβάσταχτο δίλημμα που είχε βρεθεί μπροστά τους.
Ο Άγιος δεν του υποσχέθηκε μια ζωή χωρίς δοκιμασία. Του μίλησε για τον Γολγοθά, για τη δύναμη που δίνει ο Θεός στον άνθρωπο και για την προσευχή. Τον διαβεβαίωσε ότι θα προσευχόταν ώστε η γυναίκα του να γεννήσει ένα υγιές παιδί και τον συμβούλεψε να αναζητήσει επιστημονική γνώμη από γιατρό στη Γερμανία.
Πριν αναχωρήσει, του έδωσε δύο μικρές ξυλόγλυπτες εικόνες: μία της Παναγίας Βρεφοκρατούσας και μία του Εσταυρωμένου Χριστού. Του ζήτησε να τοποθετήσει τη μία κοντά στη μητέρα και την άλλη στο κρεβάτι του παιδιού που θα γεννιόταν.
Ο άνθρωπος έφυγε ανακουφισμένος, αλλά εξακολουθούσε να αναρωτιέται πού θα μπορούσε να βρει έναν γυναικολόγο στη Γερμανία.
Η απάντηση που τον περίμενε στο Διδυμότειχο
Το ίδιο βράδυ, επιστρέφοντας στο Διδυμότειχο, συνάντησε τυχαία στην πλατεία έναν γνωστό του φούρναρη. Εκείνος ετοιμαζόταν να τηλεφωνήσει στον γιο του, ο οποίος είχε σπουδάσει Ιατρική και εργαζόταν ως γυναικολόγος στη Γερμανία.
Ο Μυτιληνιός αξιωματικός θυμήθηκε αμέσως τα λόγια του Αγίου Παϊσίου.
Μίλησε με τον γιατρό, του περιέγραψε τις εξετάσεις και, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του, έλαβε την εκτίμηση ότι τα διαθέσιμα ευρήματα δεν έδειχναν προσβολή του εμβρύου. Μάλιστα, το συγκεκριμένο ζήτημα είχε αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην πανεπιστημιακή κλινική όπου είχε εκπαιδευτεί ο γιατρός.
Τον Νοέμβριο του 1992 η σύζυγός του γέννησε ένα υγιές παιδί.
Για τον Γεώργιο Καμπούρη, η αλληλουχία των γεγονότων δεν ήταν μια απλή σύμπτωση. Ήταν η απάντηση που είχε ζητήσει μέσα στην απελπισία του. Ήταν το χέρι που εμφανίστηκε όχι για να καταργήσει την επιστήμη, αλλά για να τον οδηγήσει στον κατάλληλο επιστήμονα και να του δώσει δύναμη να μη συντριβεί από τον φόβο.
Ο Άγιος Παΐσιος και ο Παπά-Φώτης της Λέσβου
Υπάρχει όμως ακόμη μία πνευματική γέφυρα που ενώνει τον Άγιο Παΐσιο με τη Λέσβο.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση που έχει διασωθεί, όταν Μυτιληνιοί επισκέφθηκαν τον Άγιο Παΐσιο στο Άγιο Όρος, εκείνος τους είπε:
«Εσείς εκεί στη Μυτιλήνη έχετε έναν μεγάλο άγιο, τον Παπά-Φώτη».
Ο Παπά-Φώτης Λαυριώτης, ο ταπεινός και συχνά παρεξηγημένος ιερέας της Λέσβου, είχε γνωρίσει τον Παΐσιο και είχε συνδεθεί μαζί του μέσω του Ρώσου ασκητή Παπά-Τύχωνα. Μιλώντας για τον Γέροντα Παΐσιο, τον αποκαλούσε «το διαμάντι της Εκκλησίας μας».
Δύο άνθρωποι που απέφευγαν τις τιμές αναγνώρισαν ο ένας τη χάρη του άλλου. Δύο ασκητικές μορφές που δεν ζητούσαν πλήθη, αλλά έγιναν καταφύγιο για πλήθη πληγωμένων ανθρώπων.
Το κερί που μένει αναμμένο
Σήμερα, στο Αμπελικό, το μικρό εκκλησάκι στέκει ανάμεσα στα δέντρα και στις πέτρες του χωριού. Εκεί όπου ο μοναχός Ραφαήλ μιλούσε στα παιδιά για τον Άγιο που είχε γνωρίσει. Εκεί όπου οι κάτοικοι ένωσαν τα χέρια τους για να χτίσουν έναν τόπο προσευχής. Εκεί όπου κάθε κερί κουβαλά ένα πρόσωπο, μια αρρώστια, έναν φόβο, ένα ευχαριστώ.
Η ιστορία του Μυτιληνιού αξιωματικού δεν ζητά να επιβληθεί σε κανέναν. Είναι προσωπική μαρτυρία πίστης. Μια αφήγηση που πέρασε από στόμα σε στόμα και διασώθηκε γραπτώς, επειδή ένας άνθρωπος ένιωσε ότι, την ώρα της μεγαλύτερης αγωνίας του, δεν ήταν μόνος.
Ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο μήνυμα του Αγίου Παϊσίου.
Όχι ότι ο πιστός δεν θα γνωρίσει τον πόνο. Όχι ότι δεν θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδα. Αλλά ότι, μέσα στη σκοτεινότερη νύχτα, μπορεί να ακουστεί μια φωνή να του λέει:
«Έλα. Θα σε οδηγήσω εγώ».
Και όταν στο Αμπελικό σβήσουν οι ψαλμωδίες και μείνει μόνο το τρεμάμενο φως των καντηλιών, αυτή η υπόσχεση μοιάζει να περνά πάνω από τα βουνά και τα χωριά της Λέσβου:
Ο άνθρωπος μπορεί να ανεβαίνει τον Γολγοθά του.
Αλλά δεν είναι αναγκασμένος να τον ανεβαίνει μόνος.