Η Τουρκάλα μητέρα που γονάτισε στην Παναγία της Αγιάσου – Επτά χρόνια μετά γύρισε μόνο για να πει «ευχαριστώ»
Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν σε μια εκκλησία για να ανάψουν ένα κερί. Υπάρχουν κι εκείνοι που περνούν το κατώφλι της κουβαλώντας μια ολόκληρη ζωή. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2016, μια μουσουλμάνα μητέρα από την Τουρκία στάθηκε δακρυσμένη μπροστά στην Παναγία «Αγία Σιών» της Αγιάσου. Δεν είχε έρθει να ζητήσει τίποτε. Είχε έρθει, όπως είπε, για να ξεπληρώσει ένα «ευχαριστώ» που κρατούσε μέσα της επτά ολόκληρα χρόνια.
Το καλοκαίρι είχε αρχίσει πια να υποχωρεί. Η Αγιάσος ξαναγύριζε σιγά σιγά στον γνώριμο ρυθμό της και το μεγάλο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου είχε ήδη περάσει. Κι όμως, για δύο ανθρώπους που έφτασαν εκείνη την ημέρα από την απέναντι ακτή του Αιγαίου, το προσκύνημα μόλις άρχιζε.
Ήταν 15 Σεπτεμβρίου 2016.
Ένα ζευγάρι Τούρκων πολιτών, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, πέρασε την πόρτα του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αγιάσο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαιναν σ’ εκείνη την εκκλησία. Είχαν βρεθεί εκεί και επτά χρόνια νωρίτερα, το 2009. Τότε όμως δεν είχαν έρθει για να ευχαριστήσουν. Είχαν έρθει με τον φόβο που μόνο ένας γονιός μπορεί να γνωρίζει.
Με ένα άρρωστο παιδί στην καρδιά τους.
Το 2016 η γυναίκα προχώρησε προς την εικόνα της Παναγίας «Αγία Σιών». Όσοι βρίσκονταν μέσα στον ναό κατάλαβαν γρήγορα ότι αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη επίσκεψη. Ανάμεσά τους ήταν ο επίτροπος Φώτιος Παπαγεωργίου και ο έμπορος Ευάγγελος Κέλμαλης, ο οποίος βοήθησε στη διερμηνεία, καθώς η γυναίκα μιλούσε στα αγγλικά. Το περιστατικό καταγράφηκε από το Ιερό Προσκύνημα και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΠΟΙΜΗΝ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου.
Και τότε άρχισε να λέει την ιστορία της.
Επτά χρόνια πριν
Το παιδί τους, είπε, είχε αρρωστήσει σοβαρά. Η οικογένεια είχε αναζητήσει γιατρούς και θεραπείες, χωρίς –σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία της μητέρας– να βρίσκει τη λύση που περίμενε. Κάποια στιγμή, το 2009, οι δρόμοι τους τούς έφεραν στη Λέσβο και στην Αγιάσο.
Δεν είχαν την ίδια θρησκεία με τους ανθρώπους που γονάτιζαν μπροστά στην εικόνα. Δεν γνώριζαν ίσως τα τροπάρια, τις παραδόσεις ή τις λέξεις με τις οποίες αιώνες τώρα οι προσκυνητές μιλούν στην Παναγία. Εκείνη τη στιγμή όμως τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία.
Υπήρχαν μόνο ένας πατέρας, μια μάνα και ένα παιδί που υπέφερε. Και υπάρχει ένας τόπος όπου, επί αιώνες, οι άνθρωποι έρχονται όταν οι ανθρώπινες λέξεις λιγοστεύουν. Η μητέρα προσευχήθηκε.
Όχι σαν άνθρωπος που γνωρίζει τους τύπους μιας άλλης θρησκείας, αλλά όπως προσεύχονται οι γονείς όταν φτάσουν στο τέλος των δυνάμεών τους: χωρίς επιχειρήματα, χωρίς μεγάλες φράσεις, σχεδόν χωρίς φωνή.
Ζήτησε να γίνει καλά το παιδί της. Στη διήγησή της επτά χρόνια αργότερα, είπε ότι το παιδί πράγματι θεραπεύτηκε. Για την ίδια δεν υπήρχε αμφιβολία για το πώς ερμήνευε όσα συνέβησαν: πίστευε βαθιά ότι η Παναγία είχε ακούσει την προσευχή της. «Ήρθαμε και πάλι εδώ για να ευχαριστήσουμε τη Θεοτόκο», ήταν το νόημα της εξομολόγησής της στους ανθρώπους του ναού.
Κι ίσως εδώ βρίσκεται το πιο δυνατό σημείο αυτής της ιστορίας. Η γυναίκα δεν επέστρεψε την επόμενη εβδομάδα ούτε τον επόμενο μήνα.
Γύρισε έπειτα από επτά χρόνια. Ο χρόνος θα μπορούσε να είχε σβήσει την υπόσχεση. Η καθημερινότητα θα μπορούσε να είχε σκεπάσει τη μνήμη. Ανάμεσα υπήρχε μια θάλασσα, ένα σύνορο, μια άλλη χώρα, μια άλλη γλώσσα και μια άλλη θρησκευτική παράδοση.
Κι όμως, εκείνη θυμόταν.
Το τάμα
Μπροστά στην εικόνα η γυναίκα λύγισε. Τα δάκρυά της εκείνη την ημέρα δεν ήταν τα δάκρυα του 2009. Τότε ήταν ο φόβος μιας μητέρας για το παιδί της. Τώρα ήταν η ευγνωμοσύνη. Ζήτησε αγιασμό και λάδι από το καντήλι της εικόνας. Και ύστερα άφησε στην εκκλησία μια χρυσή αλυσίδα χεριού, ζητώντας να τοποθετηθεί στην εικόνα της Παναγίας. Ήταν το τάμα της, η υλική σφραγίδα μιας υπόσχεσης που, όπως φαίνεται, είχε μείνει ζωντανή μέσα της όλα εκείνα τα χρόνια.
Ένα μικρό χρυσό αντικείμενο. Για έναν περαστικό, ίσως τίποτε περισσότερο από ένα κόσμημα. Για εκείνη όμως ήταν επτά χρόνια ζωής του παιδιού της.
Και κάπως έτσι τα τάματα αποκτούν άλλο βάρος. Όχι από το μέταλλο με το οποίο είναι φτιαγμένα, αλλά από εκείνο που δεν φαίνεται: από τον φόβο που προηγήθηκε, τις νύχτες της αγωνίας, την ελπίδα, την αναμονή και τελικά την ανάγκη ενός ανθρώπου να επιστρέψει εκεί όπου κάποτε ψιθύρισε τη δυσκολότερη προσευχή της ζωής του.
Η «Αγία Σιών» που έδωσε το όνομά της στην Αγιάσο
Η ιστορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος επειδή συνέβη στην Αγιάσο.
Η ίδια η παράδοση του τόπου είναι δεμένη με την εικόνα της Παναγίας. Η ονομασία «Αγία Σιών» συνδέεται με την επιγραφή «ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ» και, σύμφωνα με την επικρατούσα ιστορική παράδοση, από αυτήν προήλθε σταδιακά και το όνομα της Αγιάσου. Το προσκύνημα αποτέλεσε επί γενεές έναν από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς τόπους της Λέσβου, με δεσμούς που ξεπερνούσαν τα όρια του νησιού και έφταναν στον μικρασιατικό χώρο.
Ο σημερινός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα και ανεγέρθηκε στη θέση παλαιότερων ναών. Αιώνες όμως πριν από τη σημερινή του μορφή, άνθρωποι έφταναν στην Αγία Σιών κουβαλώντας τάματα, αρρώστιες, φόβους και ευχαριστίες.
Η Τουρκάλα μητέρα του 2016 δεν ήταν λοιπόν η πρώτη αλλόθρησκη γυναίκα που, σύμφωνα με την παράδοση του προσκυνήματος, έφτασε στην Παναγία της Αγιάσου για να πει ένα ευχαριστώ.
Η πέτρα μιας άλλης γυναίκας, το 1868
Η ιστορία της ξυπνά μια πολύ παλαιότερη αφήγηση που διασώζεται στην εκκλησιαστική παράδοση της Αγιάσου.
Το 1868, σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν από την επίσκεψη του τουρκικού ζευγαριού, μια γυναίκα που έμεινε γνωστή ως «Γιουρούκισα» θέλησε επίσης να ευχαριστήσει την Παναγία για ένα θαυμαστό γεγονός που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε βιώσει.
Το δικό της τάμα δεν ήταν χρυσό. Ήταν μια πέτρα.
Μια πέτρα περίπου 30 κιλών, την οποία, σύμφωνα με την καταγραφή, μετέφερε από τη Μεγάλη Λίμνη μέχρι την εκκλησία. Η πέτρα αυτή φυλάσσεται στο Μουσείο του Προσκυνήματος ως μάρτυρας μιας ιστορίας που πέρασε από γενιά σε γενιά.
Δύο γυναίκες.
Η μία το 1868. Η άλλη το 2016.
Εκατόν σαράντα οκτώ χρόνια ανάμεσά τους.
Η μία κουβαλούσε μια βαριά πέτρα. Η άλλη μια χρυσή αλυσίδα.
Και οι δύο, σύμφωνα με τις ιστορίες που διασώθηκαν, κουβαλούσαν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα: ένα χρέος ευγνωμοσύνης.
Όταν η μάνα δεν ρωτά σε ποια πλευρά του Αιγαίου βρίσκεται
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία της 15ης Σεπτεμβρίου 2016 παραμένει δυνατή τόσα χρόνια μετά.
Όχι επειδή μπορεί να λύσει τις μεγάλες θεολογικές συζητήσεις ούτε επειδή έχει ανάγκη από εντυπωσιακές διατυπώσεις.
Αλλά επειδή στον πυρήνα της βρίσκεται κάτι πολύ απλούστερο και πολύ αρχαιότερο από τα σύνορα και τις διαφορές των ανθρώπων:
μια μάνα που φοβήθηκε για το παιδί της.
Μπροστά στον πόνο του παιδιού, ο άνθρωπος απογυμνώνεται από πολλά πράγματα που μέχρι τότε θεωρούσε σημαντικά. Δεν ρωτά εύκολα ποιος είναι Ανατολή και ποιος Δύση. Δεν μετρά αποστάσεις σε χιλιόμετρα ούτε πίστη σε διατυπώσεις. Ψάχνει κάπου να ακουμπήσει την ελπίδα του.
Και όταν πιστεύει πως κάποτε ακούστηκε η προσευχή του, θυμάται.
Αυτό έκανε εκείνη η γυναίκα. Διέσχισε ξανά το Αιγαίο.
Ανέβηκε ξανά στην Αγιάσο. Πέρασε ξανά το κατώφλι της εκκλησίας μιας άλλης θρησκείας.
Στάθηκε μπροστά στην ίδια εικόνα. Και αυτή τη φορά δεν ζήτησε να σωθεί κανείς.
Είπε μόνο το δυσκολότερο ίσως «ευχαριστώ»: εκείνο που ο άνθρωπος δεν λέει από ευγένεια, αλλά επειδή θυμάται πόσο πολύ είχε κάποτε φοβηθεί ότι θα χάσει ό,τι αγαπούσε περισσότερο.
Έπειτα άφησε το τάμα της και έφυγε.Η χρυσή αλυσίδα έμεινε πίσω.Όπως έμεινε κάποτε η πέτρα της Γιουρούκισας.Και όπως μένουν στους ιερούς τόπους οι μικρές, σχεδόν αθέατες ιστορίες των ανθρώπων — πολύ μετά από εκείνους που τις έζησαν.Γιατί οι μεγάλες ιστορίες πίστης δεν γράφονται πάντοτε με μεγάλα γεγονότα.
Καμιά φορά γράφονται με μια μάνα, λίγα δάκρυα, ένα άρρωστο παιδί και μια υπόσχεση που χρειάστηκε επτά χρόνια και ένα ολόκληρο Αιγαίο για να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε.