Καύσιμα-φωτιά στη Λέσβο: Το πλαφόν απέτυχε – Ακριβότερα από ποτέ, «πνίγονται» πρατηριούχοι και καταναλωτές
Η αγορά καυσίμων στη Λέσβο δείχνει ξεκάθαρα ότι το μέτρο του πλαφόν δεν αποδίδει. Παρά την κυβερνητική παρέμβαση για τον περιορισμό της αισχροκέρδειας, οι τιμές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες της τοπικής αγοράς.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Ανάπτυξης για τις 16 Μαρτίου 2026 , η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων στη Λέσβο διαμορφώνεται στα 1,947 ευρώ το λίτρο, πάνω από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει με σαφήνεια ότι το νησί εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ακριβότερες περιοχές της χώρας, παρά την εφαρμογή του πλαφόν.
Το πλαφόν, που τέθηκε σε ισχύ με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και προβλέπει ανώτατο περιθώριο κέρδους περίπου 5 λεπτών στο χονδρεμπόριο και 12 λεπτών στα πρατήρια , είχε στόχο να συγκρατήσει τις τιμές. Ωστόσο, η αγορά δείχνει ότι η επίδρασή του είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη, καθώς οι τελικές τιμές παραμένουν κοντά ή και πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο σε πολλές περιπτώσεις .
Την ίδια στιγμή, οι πρατηριούχοι της Λέσβου βρίσκονται σε ασφυκτική πίεση. Όπως επισημαίνουν στις ανακοινώσεις τους, το πλαφόν δεν λαμβάνει υπόψη το πραγματικό λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Ενοίκια, ενέργεια, μισθοί, συντηρήσεις και αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να επιβαρύνουν τα πρατήρια, ενώ το περιθώριο κέρδους περιορίζεται διοικητικά.
Η στρέβλωση αυτή οδηγεί σε ένα οξύ παράδοξο: το κράτος ορίζει το ανώτατο κέρδος, αλλά δεν παρεμβαίνει στο κόστος λειτουργίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις –που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα στη Λέσβο– βλέπουν τη βιωσιμότητά τους να απειλείται άμεσα.
Παράλληλα, η ίδια η αγορά επισημαίνει ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις συχνά οδηγούν σε στρεβλώσεις, καθώς τα περιθώρια τείνουν να συγκλίνουν προς το ανώτατο όριο αντί να μειώνονται ουσιαστικά . Με άλλα λόγια, το πλαφόν δεν λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης τιμών, αλλά ως «οροφή» που τελικά γίνεται κανόνας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας διπλής αποτυχίας. Από τη μία πλευρά, οι καταναλωτές δεν βλέπουν ουσιαστική μείωση στο κόστος μετακίνησης. Από την άλλη, οι πρατηριούχοι οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία, χωρίς περιθώρια προσαρμογής.
Σε εθνικό επίπεδο, ήδη καταγράφεται ότι οι τιμές καυσίμων παραμένουν υψηλές ακόμη και μετά την εφαρμογή του μέτρου, με τάσεις αύξησης να συνεχίζονται λόγω διεθνών πιέσεων . Στη νησιωτική Ελλάδα, και ειδικά στη Λέσβο, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο λόγω μεταφορικού κόστους και περιορισμένου ανταγωνισμού.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές. Το πλαφόν, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει την αγορά. Αντίθετα, μεταφέρει το βάρος στους πιο αδύναμους κρίκους της αλυσίδας: τις μικρές επιχειρήσεις και τους πολίτες. Και αν δεν υπάρξει άμεση επανεξέταση του μέτρου, το επόμενο διάστημα δεν θα μιλάμε μόνο για ακριβή καύσιμα, αλλά και για μια αγορά που θα συρρικνώνεται επικίνδυνα.