Η Λέσβος «πετά» ενέργεια 295 GWh στα απόβλητα – Νέα μελέτη αποκαλύπτει τεράστιο δυναμικό βιοαερίου
Απόβλητα ελαιοτριβείων, τυρόγαλο και κοπριά μπορούν θεωρητικά να δώσουν ενέργεια σχεδόν όση χρειάζεται το νησί για έναν χρόνο – Το μεγάλο εμπόδιο βρίσκεται στο ηλεκτρικό δίκτυο και στους περιορισμούς των μη διασυνδεδεμένων νησιών
Ένα τεράστιο ενεργειακό απόθεμα της Λέσβου δεν βρίσκεται ούτε κάτω από το έδαφος ούτε στη θάλασσα. Βρίσκεται στα απόβλητα των ελαιοτριβείων, των τυροκομείων και της κτηνοτροφίας, τα οποία σήμερα σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίζονται περισσότερο ως περιβαλλοντικό πρόβλημα παρά ως ενεργειακός πόρος.
Νέα επιστημονική εργασία, που έγινε δεκτή τον Αύγουστο του 2026 στο διεθνές Global NEST Journal, εξετάζει ειδικά τη Λέσβο και καταλήγει ότι η αξιοποίηση των αγροτοβιομηχανικών υπολειμμάτων του νησιού μέσω αναερόβιας χώνευσης θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε παραγωγή έως 295,45 GWh ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μελέτη με τίτλο «Valorization of agro-industrial waste through anaerobic digestion to enhance energy balance in Lesvos Island» υπογράφεται από τους Maria Botzori, Ioannis Daskaloudis, Bernhard Wern, Eleftheria Klontza, Stergios Vakalis, Antonis A. Zorpas και Demetris Francis Lekkas, με συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του Πανεπιστημίου Αιγαίου, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του IZES της Γερμανίας και του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.
Από το τυρόγαλο και την κοπριά στην ηλεκτρική ενέργεια
Οι ερευνητές στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε τρεις χαρακτηριστικές ροές αποβλήτων της λεσβιακής αγροτικής οικονομίας: τα υγρά απόβλητα των ελαιοτριβείων, το τυρόγαλο και την κοπριά των προβάτων.
Η λογική είναι αυτή της κυκλικής οικονομίας: υλικά που σήμερα δημιουργούν κόστος διαχείρισης και περιβαλλοντικές πιέσεις μπορούν, υπό κατάλληλες συνθήκες, να οδηγηθούν σε μονάδες αναερόβιας χώνευσης. Εκεί, με τη δράση μικροοργανισμών και χωρίς παρουσία οξυγόνου, παράγεται βιοαέριο πλούσιο σε μεθάνιο, το οποίο στη συνέχεια μπορεί να αξιοποιηθεί ενεργειακά.
Και οι ποσότητες που καταγράφει η έρευνα είναι εντυπωσιακές.
Για τη γαλακτοπαραγωγή αναφέρονται 45.083 τόνοι πρόβειου και 3.520 τόνοι γίδινου γάλακτος, από τους οποίους εκτιμάται ότι μπορούν να προκύπτουν περίπου 41.300 έως 46.200 τόνοι τυρογάλακτος.
Στην κτηνοτροφία, οι υπολογισμοί της μελέτης βασίζονται σε πληθυσμό περίπου 400.966 προβάτων και 32.227 αιγών και εκτιμούν την ετήσια παραγωγή κοπριάς σε περισσότερους από 210.000 τόνους μόνο για τα πρόβατα. Επειδή όμως η εκτροφή στη Λέσβο είναι κατά κύριο λόγο εκτατική, οι ερευνητές θεωρούν πρακτικά συλλέξιμο περίπου το 50% αυτής της ποσότητας.
Τα ελαιοτριβεία της Λέσβου στο επίκεντρο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει φυσικά η ελαιοκομία.
Στα στοιχεία που χρησιμοποίησε η έρευνα καταγράφονται 21 διφασικά και 31 τριφασικά ελαιοτριβεία, ενώ για ακόμη 33 δεν είχε αποσαφηνιστεί η λειτουργική τους κατάσταση στα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν. Η παραγωγή ελαιολάδου για την περίοδο 2021-2022 αναφέρεται σε περίπου 5.287 τόνους, από επεξεργασία περίπου 25.000 τόνων ελιάς.
Τα απόβλητα των ελαιοτριβείων αποδεικνύονται μάλιστα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ως πρώτη ύλη για παραγωγή βιοαερίου.
Στα εργαστηριακά πειράματα της ομάδας, τα υγρά απόβλητα ελαιοτριβείου παρουσίασαν εξαιρετικά υψηλό δυναμικό παραγωγής μεθανίου, φτάνοντας τα 1.060,77 ml CH₄ ανά γραμμάριο πτητικών στερεών στη μονοχώνευση. Οι ίδιοι οι ερευνητές χαρακτηρίζουν την απόδοση ασυνήθιστα υψηλή και σημειώνουν ότι απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου αποβλήτου.
166.000 τόνοι διαθέσιμης βιομάζας
Με βάση τα σενάρια της εργασίας, η μέγιστη θεωρητικά αξιοποιήσιμη ποσότητα από κοπριά, τυρόγαλο και απόβλητα ελαιοτριβείων προσεγγίζει τους 166.281 τόνους τον χρόνο.
Από αυτή την ποσότητα προκύπτει το μεγάλο ενεργειακό νούμερο της έρευνας: από 289,79 έως 295,45 GWh θεωρητικού ενεργειακού δυναμικού.
Για να γίνει αντιληπτή η τάξη μεγέθους, στην ίδια εργασία οι ενεργειακές ανάγκες της Λέσβου αναφέρονται περίπου στις 25 έως 30 GWh τον μήνα. Αυτό σημαίνει ότι το θεωρητικό δυναμικό των συγκεκριμένων αγροτοβιομηχανικών υπολειμμάτων αντιστοιχεί περίπου σε 10 έως 12 μήνες της σημερινής κατανάλωσης του νησιού.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αύριο μπορούν να αντικατασταθούν τα συμβατικά καύσιμα από τυρόγαλο και κοπριά. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης.
Το παράδοξο: δυναμικό 295 GWh, αλλά σήμερα «χωρούν» μόλις 19,1
Η Λέσβος εξακολουθεί να αποτελεί μη διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα και η δυνατότητα εισόδου νέας παραγωγής από ΑΠΕ υπόκειται σε συγκεκριμένους τεχνικούς και θεσμικούς περιορισμούς.
Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι, με βάση το όριο ισχύος που χρησιμοποιούν για σταθμούς βιομάζας και βιοαερίου στη Λέσβο, η επιτρεπόμενη εγκατεστημένη ισχύς φτάνει περίπου τα 2,39 MW. Εάν μια τέτοια εγκατάσταση λειτουργούσε περίπου 8.000 ώρες ετησίως, η μέγιστη παραγωγή που θα μπορούσε σήμερα να ενσωματωθεί υπολογίζεται μόλις σε 19,1 GWh ετησίως.
Με απλά λόγια, η μελέτη περιγράφει ένα εντυπωσιακό ενεργειακό παράδοξο: η πρώτη ύλη υπάρχει, το θεωρητικό ενεργειακό δυναμικό είναι πολλαπλάσιο, αλλά το σημερινό σύστημα δεν μπορεί να το αξιοποιήσει στο σύνολό του.
Γι' αυτό και οι συγγραφείς θέτουν στο τραπέζι όχι μόνο την κατασκευή μονάδων αναερόβιας χώνευσης, αλλά και τον εκσυγχρονισμό του δικτύου, την ανάπτυξη έξυπνων δικτύων, τις δυνατότητες αποθήκευσης και την επανεξέταση των περιορισμών διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Τα απόβλητα μπορούν να μετατραπούν σε πόρο
Η ουσία της νέας εργασίας ξεπερνά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Για ένα νησί όπως η Λέσβος, όπου συνυπάρχουν ισχυρή ελαιοκομία, σημαντική τυροκομική δραστηριότητα και ένας από τους μεγαλύτερους κτηνοτροφικούς πληθυσμούς της χώρας, η ενεργειακή αξιοποίηση των οργανικών αποβλήτων θα μπορούσε να λειτουργήσει ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: μείωση του περιβαλλοντικού φορτίου, παραγωγή τοπικής ανανεώσιμης ενέργειας και δημιουργία νέας οικονομικής αξίας μέσα στον πρωτογενή τομέα.
Οι ίδιοι οι επιστήμονες, ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι οι αριθμοί αποτελούν θεωρητικό δυναμικό και όχι έτοιμη επένδυση. Για την πραγματική εφαρμογή απαιτούνται μελέτες σχετικά με την εποχικότητα της βιομάζας, τη δυνατότητα συλλογής της, τις αποστάσεις μεταφοράς, την αποθήκευση, τις εναλλακτικές χρήσεις των υπολειμμάτων, τη χωροθέτηση των εγκαταστάσεων και κυρίως την οικονομική βιωσιμότητα.
Παρά τους περιορισμούς, το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: σε ένα νησί που εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από συμβατικά καύσιμα, ένα σημαντικό τμήμα της μελλοντικής ενεργειακής του πρώτης ύλης μπορεί ήδη να παράγεται καθημερινά στα χωράφια, στις στάνες, στα τυροκομεία και στα ελαιοτριβεία του.