Ο τόπος όπου η μνήμη μένει πάνω στους κορμούς των πεύκων, στα παλιά μονοπάτια, στις μυρωδιές του δάσους, στα ξωκλήσια και στις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν από αυτό.
Ένας τέτοιος τόπος είναι το Αμπελικό της Λέσβου.
Το απόγευμα της Κυριακής 9 Αυγούστου, μέσα στο πυκνό πευκοδάσος, το Μουσείο Ρητίνης έφερε ξανά στο φως μια λιγότερο γνωστή αλλά βαθιά ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας των ρετσινάδων: τη σχέση τους με την πίστη, την Παναγία και τα μικρά ξωκλήσια που συναντούσαν μέσα στον καθημερινό τους μόχθο.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο γραφικό εξωκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, την «Παναγιούδα» του Αμπελικού, κάτω από τα πεύκα που επί δεκαετίες αποτέλεσαν τόπο εργασίας, επιβίωσης αλλά και ολόκληρης ζωής για γενιές κατοίκων.
Εκεί όπου το δάσος ήταν δουλειά, σπίτι και προσευχή
Η βραδιά ξεκίνησε με Παράκληση προς την Παναγία.
Και δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος τόπος.
Μακριά από τον θόρυβο, κάτω από τις πευκοβελόνες και τις βαριές σκιές των δέντρων, άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο ίδιο το τοπίο όπου κάποτε οι ρετσινάδες περνούσαν ατελείωτες ώρες δουλειάς.
Για εκείνους το δάσος δεν ήταν μια όμορφη εικόνα του καλοκαιριού.
Ήταν μεροκάματο, ιδρώτας, αγωνία, ψωμί για το σπίτι. Ήταν οι πληγές στα χέρια, οι μεγάλες διαδρομές ανάμεσα στα πεύκα, η ζέστη του Αυγούστου και η αβεβαιότητα μιας ζωής απολύτως δεμένης με τη φύση.
Μέσα σε αυτή τη σκληρή καθημερινότητα, τα μικρά εξωκκλήσια του βουνού αποκτούσαν διαφορετικό βάρος. Ήταν σημεία αναφοράς. Ένα κερί πριν ή μετά τη δουλειά, μια προσευχή, μια μικρή στάση μέσα στην απεραντοσύνη του δάσους.
Η πίστη δεν βρισκόταν έξω από τη ζωή των ρετσινάδων. Ήταν κομμάτι της.
Η επιστολή ενός παλιού ρετσινά που έφερε το παρελθόν μπροστά
Από τις πλέον δυνατές στιγμές της εκδήλωσης ήταν η ανάγνωση αυθεντικής επιστολής παλιού ρετσινά.
Μέσα από τις λέξεις ενός ανθρώπου που είχε ζήσει αυτή τη ζωή, το κοινό μεταφέρθηκε σε έναν άλλο Αύγουστο, σε μια άλλη Λέσβο.
Στην εποχή που οι ρετσινάδες βρίσκονταν για ώρες μέσα στα πεύκα και ο Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν απλώς μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή. Ήταν μια βαθιά ανάσα μέσα στον κόπο της χρονιάς, μια ημέρα που ένωνε την οικογένεια, το χωριό και την πίστη.
Δεν χρειαζόταν καμία θεατρικότητα.
Μερικές παλιές λέξεις ήταν αρκετές για να θυμίσουν ότι πίσω από τη ρητίνη υπήρχαν άνθρωποι με οικογένειες, φόβους, προσδοκίες, πίστη και αξιοπρέπεια.
«Όταν το δάσος προσεύχεται»
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την προβολή του ντοκιμαντέρ «Όταν το δάσος προσεύχεται – Παναγία, η Πλατυτέρα των Ουρανών», αφιερωμένου στην Παναγία, στην ιστορία και στη θεολογία της εικόνας της Πλατυτέρας των Ουρανών.
Η εικόνα της Παναγίας πάνω στην οθόνη, μέσα στο σκοτάδι του πευκοδάσους, δημιούργησε μια σχεδόν συμβολική σύνδεση ανάμεσα στο θρησκευτικό στοιχείο και στο φυσικό περιβάλλον.
Δάσος, άνθρωπος και πίστη έγιναν για λίγες ώρες μία αφήγηση.
Και ίσως αυτή ακριβώς να είναι η αξία τέτοιων εκδηλώσεων: δεν περιορίζονται στην αναπαράσταση του παρελθόντος. Προσπαθούν να εξηγήσουν πώς ζούσαν πραγματικά οι προηγούμενες γενιές και τι κουβαλούσαν μέσα τους.
Το Μουσείο Ρητίνης δεν φυλάει αντικείμενα – φυλάει έναν ολόκληρο κόσμο
Το Μουσείο Ρητίνης Αμπελικού τα τελευταία χρόνια επιχειρεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από την απλή έκθεση παλιών εργαλείων.
Ξανασυνδέει το Αμπελικό με μια ιστορία που για δεκαετίες υπήρξε θεμέλιο της τοπικής κοινωνίας.
Η ρητίνη δεν ήταν ένα ακόμη προϊόν. Ήταν οικονομία, κοινωνική ζωή και ταυτότητα.
Γύρω της δημιουργήθηκαν επαγγέλματα και συνήθειες. Από τη συλλογή της ρητίνης μέχρι την παραγωγή της παραδοσιακής ρετσίνας, η ζωή της περιοχής ήταν στενά δεμένη με το πεύκο.
Το ίδιο μαρτυρούν και τα εκθέματα του μουσείου, όπως το σπάνιο ξύλινο πιεστήριο κρασιού και ρητίνης, με ληνό ηλικίας άνω των δύο αιώνων, που θυμίζει την εποχή κατά την οποία τα αμπέλια απλώνονταν στις πεζούλες γύρω από το χωριό και οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τη ρητίνη της τραχείας πεύκης στην οινοποίηση.
Η ιστορία της περιοχής είναι γεμάτη τέτοιες μικρές γέφυρες: αμπέλι και πεύκο, κρασί και ρητίνη, εργασία και παράδοση, άνθρωπος και δάσος.
Ένας πολιτισμός που κινδυνεύει να χαθεί όταν φύγουν οι τελευταίες φωνές
Το μεγαλύτερο κεφάλαιο, όμως, δεν είναι τα εργαλεία.Είναι οι άνθρωποι.Οι παλιοί ρετσινάδες που μπορούν ακόμη να θυμηθούν ποιο πεύκο ανήκε σε ποιον, πώς γινόταν το χάραγμα, πότε ξεκινούσε η δουλειά, πώς μύριζε η φρέσκια ρητίνη και τι σήμαινε να περνά κάποιος ολόκληρες ημέρες στο βουνό.
Κάθε φορά που μια τέτοια μαρτυρία καταγράφεται, ένα κομμάτι της Λέσβου σώζεται από τη λήθη.
Γιατί όταν φύγουν οι τελευταίοι άνθρωποι που έζησαν αυτή την εποχή, μαζί τους κινδυνεύει να φύγει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν μπορεί να ανασυσταθεί μόνο μέσα από βιβλία και φωτογραφίες. Η εκδήλωση της Κυριακής στο Αμπελικό ήταν μια υπενθύμιση ότι η ιστορία αυτού του τόπου γράφτηκε και από ανθρώπους χωρίς τίτλους και αξιώματα. Από εκείνους που σηκώνονταν νωρίς, έμπαιναν στο δάσος και επέστρεφαν το βράδυ έχοντας πάνω στα ρούχα τους τη χαρακτηριστική μυρωδιά της ρητίνης.
Και κάπου ανάμεσα στα πεύκα υπήρχε πάντα ένα μικρό ξωκλήσι.
Μια Παναγία. Ένα κερί. Μια προσευχή πριν συνεχίσει ο δρόμος.
Γιατί στο Αμπελικό, το δάσος δεν έδινε μόνο ρητίνη. Κρατούσε μέσα του τη ζωή, τον μόχθο και την πίστη μιας ολόκληρης γενιάς.