Η νύχτα που ο Ρίτσος ζωντάνεψε στο Κάστρο της Μυτιλήνης – Καθηλωτική η Παναγιώτα Βλαντή
Μία από τις σημαντικότερες στιγμές του 3ου Μουσικού Φεστιβάλ του Δήμου Μυτιλήνης, με τη σύνθεση του Θοδωρή Λεμπέση να ενώνει τον ποιητικό λόγο με τη μουσική.
Κάτω από τα δέντρα και τα πέτρινα τείχη του Κάστρου Μυτιλήνης, εκεί όπου η Ιστορία συνομιλεί καθημερινά με τη θάλασσα και τον χρόνο, η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου απέκτησε φωνή, ρυθμό και μουσική.
Το βράδυ της Τετάρτης 29 Ιουλίου, το «Διαβατικό» μεταμορφώθηκε σε ένα υπαίθριο μουσικό θέατρο για την παρουσίαση του έργου «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», σε μουσική σύνθεση του Θοδωρή Λεμπέση και αφήγηση της Παναγιώτας Βλαντή. Την παράσταση πλαισίωσε Ορχήστρα Μουσικής Δωματίου, δημιουργώντας έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα στον ποιητικό λόγο, τα έγχορδα, τα πνευστά, το πιάνο, το ακορντεόν και τα κρουστά.
Όταν η ποίηση δεν διαβάζεται απλώς, αλλά ακούγεται
Δεν επρόκειτο για μία συνηθισμένη συναυλία ούτε για μία απλή απαγγελία ποιημάτων. Η βραδιά κινήθηκε στα όρια του μουσικού θεατρικού αναλογίου, με τη μουσική να μη λειτουργεί ως διακοσμητικό φόντο αλλά ως δεύτερη αφηγηματική φωνή.
Η Παναγιώτα Βλαντή ανέλαβε να οδηγήσει το κοινό στον ποιητικό κόσμο του Ρίτσου, εκεί όπου η παιδική αθωότητα συναντά τη φύση, η μνήμη γίνεται εικόνα και το καλοκαιρινό φως αποκτά σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση. Με τη φωνή της να διαδέχεται τις ορχηστρικές ενότητες, ο ποιητικός λόγος απέκτησε θεατρικό βάθος, χωρίς να χάσει τη λεπτότητα και την εσωτερικότητά του.
Απέναντί της, ο Θοδωρής Λεμπέσης διηύθυνε μια σύνθεση που δεν επιχείρησε να «σκεπάσει» τον Ρίτσο. Αντίθετα, άφησε χώρο στις λέξεις, στις σιωπές και στις ανάσες τους. Ήταν η δεύτερη μουσική προσέγγισή του σε έργο του ποιητή μετά τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», με στόχο τη δημιουργία μιας διαλογικής σχέσης ανάμεσα στη μουσική και στον λόγο.
Ένα έργο γραμμένο μέσα στο φως και στη σκιά
Το «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», γραμμένο το 1938, ανήκει σε μία από τις εντονότερα λυρικές περιόδους της δημιουργίας του Γιάννη Ρίτσου. Πρόκειται για ένα ποιητικό ταξίδι στα νιάτα, στην ελευθερία, στην ανεμελιά και στην πρώτη ανακάλυψη του κόσμου.
Παιδιά, τζιτζίκια, μέλισσες, πεταλούδες, καλοκαιρινή κάψα και νεανικά σκιρτήματα συνθέτουν έναν κόσμο φαινομενικά φωτεινό. Πίσω όμως από τη λάμψη του μεσημεριού διακρίνεται η επίγνωση ότι η αθωότητα δεν διαρκεί για πάντα. Η ποίηση του Ρίτσου δεν επιστρέφει στα παιδικά χρόνια για να κρυφτεί από την πραγματικότητα, αλλά για να διασώσει ό,τι πολύτιμο κινδυνεύει να χαθεί μέσα της. Το έργο καταγράφεται στην επίσημη εργογραφία του ποιητή και συνδέεται με τη μετάβασή του προς μία περισσότερο στοχαστική, λυρική γραφή.
Το Κάστρο έγινε μέρος της παράστασης
Καθοριστικό ρόλο στη δύναμη της βραδιάς είχε ο ίδιος ο χώρος. Οι φωτισμένοι πέτρινοι τοίχοι, οι κορμοί των δέντρων, το σκοτάδι γύρω από την ορχήστρα και οι σκιές του κοινού δημιούργησαν μια φυσική σκηνογραφία που κανένα κλειστό θέατρο δεν θα μπορούσε να αναπαραγάγει.
Το «Διαβατικό» δεν αποτέλεσε απλώς τον τόπο διεξαγωγής της εκδήλωσης. Έγινε ενεργό κομμάτι της. Η φθορά της πέτρας συνάντησε τη νεότητα των στίχων, ενώ το νυχτερινό τοπίο υποδέχθηκε ένα ποίημα γεννημένο μέσα στο εκτυφλωτικό φως ενός καλοκαιρινού μεσημεριού.
Το αποτέλεσμα ήταν μια παράσταση υψηλής αισθητικής, στην οποία η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο και η πολιτιστική κληρονομιά της Μυτιλήνης λειτούργησαν ως ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σώμα.
Μια παραγωγή που ξεπερνά τα όρια μιας τοπικής διοργάνωσης
Η συγκεκριμένη παρουσίαση εντάχθηκε στον θεματικό κύκλο «Μουσική και ποίηση» του 3ου Μουσικού Φεστιβάλ του Δήμου Μυτιλήνης. Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα, το έργο είναι αφιερωμένο στην Έλλη Λαμπέτη, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της, ενώ έχει σχεδιαστεί να παρουσιαστεί και σε άλλα φεστιβάλ της Ελλάδας.
Αυτή ακριβώς είναι και η πραγματική αξία ενός πολιτιστικού φεστιβάλ: όχι μόνο να προσκαλεί γνωστά ονόματα, αλλά να γεννά νέες δημιουργίες, να φέρνει τη μεγάλη ποίηση κοντά στο ευρύ κοινό και να αξιοποιεί τους ιστορικούς χώρους της πόλης ως ζωντανές κυψέλες τέχνης.
Για λίγες ώρες, στο Κάστρο της Μυτιλήνης, ο Ρίτσος δεν ήταν ένα όνομα τυπωμένο στη ράχη ενός βιβλίου. Ήταν φωνή, μουσική, φως και μνήμη. Ένα καλοκαιρινό όνειρο που πέρασε μέσα από τα τείχη και έμεινε στους ανθρώπους.