|

Μυτιλήνη: Η πλατεία Σαπφούς χόρεψε με τους Gadjo Dilo – Ένα φινάλε αντάξιο του 3ου Μουσικού Φεστιβάλ

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Η τελευταία νότα δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό. Έμοιαζε περισσότερο με υπόσχεση συνέχειας.

Το βράδυ της Κυριακής, 9 Αυγούστου, η πλατεία Σαπφούς έγινε μια μεγάλη υπαίθρια σκηνή και οι Gadjo Dilo έβαλαν την τελεία στο 3ο Μουσικό Φεστιβάλ του Δήμου Μυτιλήνης με τον τρόπο που ταιριάζει στη δική τους μουσική ιδιοσυγκρασία: χωρίς απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό, με ρυθμό, δεξιοτεχνία και μια ακατανίκητη διάθεση για χορό.

Η συναυλία είχε προγραμματιστεί ως η τελετή λήξης της διοργάνωσης, με την Ηλιάνα Τσαπατάρη στο τραγούδι, τον Σέργιο Χρυσοβιτσάνο στο βιολί, τους Σωτήρη Πομόνη και Κωνσταντίνο Μητρόπουλο στις κιθάρες και τον Γιώργο Ρούλο στο κοντραμπάσο.

Μια πλατεία που έπαψε για λίγο να είναι απλώς πλατεία

Από νωρίς ήταν φανερό πως η βραδιά δεν θα περιοριζόταν στη συμβατική σχέση μιας συναυλίας με τους θεατές της. Η πλατεία Σαπφούς γέμισε ασφυκτικά, οι καρέκλες δεν ήταν αρκετές και γύρω από τον οργανωμένο χώρο σχηματίστηκε ένας δεύτερος κύκλος ανθρώπων που παρακολουθούσαν όρθιοι.

Και κάπου εκεί συνέβη αυτό που συνήθως ξεχωρίζει μια καλή συναυλία από μια πραγματικά ζωντανή μουσική βραδιά: το κοινό έπαψε να παρακολουθεί και άρχισε να συμμετέχει.

Οι Gadjo Dilo γνωρίζουν καλά αυτή την τέχνη.

Η μουσική τους ξεκινά από την manouche και gypsy jazz παράδοση του Django Reinhardt, περνά από το swing των δεκαετιών του ’30 και του ’40 και συναντά το παλαιότερο ελληνικό τραγούδι. Οι ίδιοι έχουν ονομάσει αυτή τη συνάντηση «Manouche de Grec», μια αισθητική πρόταση που δεν αντιμετωπίζει το παρελθόν ως μουσειακό αντικείμενο αλλά ως υλικό που μπορεί ακόμη να μεταμορφώνεται πάνω στη σκηνή.

Και αυτό ακριβώς λειτούργησε στην πλατεία Σαπφούς.

Το βιολί έπαιρνε συχνά τον ρόλο του αφηγητή, οι δύο κιθάρες κρατούσαν εκείνο το χαρακτηριστικό κοφτό swing της manouche jazz, το κοντραμπάσο έδινε το σταθερό βήμα και η φωνή κινούνταν ανάμεσα στην ελληνική μελωδία και στην εξωστρέφεια ενός παλιού ευρωπαϊκού jazz club.

Μόνο που αυτή τη φορά το jazz club ήταν η προκυμαία της Μυτιλήνης.

Το σημαντικότερο κέρδος ήταν ο κόσμος

Η εικόνα της γεμάτης πλατείας έχει τη δική της σημασία.

Όχι επειδή κάθε πολιτιστική διοργάνωση πρέπει να αποτιμάται με αριθμούς προσέλευσης. Ο πολιτισμός δεν είναι λογιστικό φύλλο.

Αλλά επειδή μια πόλη αποκτά πολιτιστική ζωή όταν οι κάτοικοί της αναγνωρίζουν τις εκδηλώσεις ως μέρος της καθημερινότητάς τους και όχι ως κάτι που συμβαίνει περιστασιακά, κάπου μακριά τους.

Το 3ο Μουσικό Φεστιβάλ ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε στις 9 Αυγούστου, αναπτύσσοντας ένα πρόγραμμα με διαφορετικές μουσικές γλώσσες, από κλασική μουσική και σύνολα εγχόρδων έως σύγχρονες διασκευές, ελληνικό τραγούδι και jazz. Η φετινή διοργάνωση είχε ως κεντρικό θεματικό άξονα τη γυναίκα και τη γυναικεία παρουσία στη μουσική και τη ζωή, ενώ περιλάμβανε παράλληλα εκπαιδευτικές δράσεις και masterclasses για νέους μουσικούς.

Κυρίως, όμως, το Φεστιβάλ δεν έμεινε εγκλωβισμένο σε μία σκηνή.

Μυτιλήνη, Αγιάσος, Πλωμάρι και Μόρια μπήκαν στον χάρτη της διοργάνωσης, ενώ συναυλίες φιλοξενήθηκαν σε χώρους με διαφορετική ιστορία και φυσιογνωμία. Η επίσημη φιλοσοφία του θεσμού, άλλωστε, περιλαμβάνει εξαρχής την ανάδειξη πολιτιστικών και αρχαιολογικών χώρων μέσα από τη μουσική δημιουργία.

Από την Τσαλιγοπούλου στους Gadjo Dilo

Η φετινή διαδρομή είχε ανοίξει με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τα «Τραγούδια γένους Θηλυκού» και έκλεισε, τρεις εβδομάδες αργότερα, με το σχεδόν αντίθετο σκηνικό: από τη δραματουργία του ελληνικού τραγουδιού στην ατίθαση, εξωστρεφή γλώσσα του swing.

Ανάμεσα στα δύο υπήρξε ένα πρόγραμμα που επιχείρησε να χωρέσει διαφορετικές γενιές, διαφορετικές μουσικές σχολές και διαφορετικούς τρόπους ακρόασης.

Αυτό είναι, τελικά, και το δύσκολο στο στήσιμο ενός δημοτικού μουσικού φεστιβάλ.

Δεν αρκεί να φέρεις γνωστά ονόματα.Χρειάζεται να δημιουργήσεις ταυτότητα.

Να μπορεί την ίδια εβδομάδα κάποιος να ακούσει ένα κουαρτέτο εγχόρδων, μια συμφωνική ορχήστρα, νέους μουσικούς, ελληνικό τραγούδι και gypsy jazz χωρίς το πρόγραμμα να μοιάζει με τυχαίο κατάλογο εκδηλώσεων. Το επίσημο πρόγραμμα του 2026 κινήθηκε ακριβώς σε αυτή τη λογική, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων συνεργασίες με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, την πρώτη εμφάνιση της Ορχήστρας Νέων του Δήμου Μυτιλήνης και projects που ένωναν την κλασική γραφή με τη σύγχρονη μουσική.

Ένας θεσμός που τώρα πρέπει να κοιτάξει ψηλότερα

Μετά την τρίτη διοργάνωση, το Μουσικό Φεστιβάλ του Δήμου Μυτιλήνης περνά πλέον σε διαφορετική φάση.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να γίνει και τέταρτο.

Είναι να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη καλλιτεχνική συνοχή, εξωστρέφεια και αναγνωρίσιμη ταυτότητα, ώστε σταδιακά να υπερβεί τα όρια μιας θερινής δημοτικής διοργάνωσης και να καταλάβει τη θέση που μπορεί να έχει στον πολιτιστικό χάρτη του Αιγαίου.

Η Λέσβος διαθέτει κάτι που δεν κατασκευάζεται με κανέναν προϋπολογισμό: τόπους με μνήμη, αρχιτεκτονική, ιστορία και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον. Όταν αυτοί οι χώροι συναντούν σοβαρές καλλιτεχνικές προτάσεις, ο πολιτισμός παύει να είναι απλώς «εκδήλωση» και γίνεται ταυτότητα του τόπου.

Το βράδυ της Κυριακής στην πλατεία Σαπφούς έδωσε μια μικρή εικόνα αυτής της δυνατότητας.

Κάτω από τα φώτα, μπροστά στη θάλασσα, με ένα βιολί να αυτοσχεδιάζει και εκατοντάδες ανθρώπους να κρατούν τον ρυθμό, η Μυτιλήνη δεν φιλοξενούσε απλώς μια συναυλία. Για μερικές ώρες έμοιαζε με πόλη που ξέρει πώς θέλει να ακούγεται.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη του φετινού Φεστιβάλ.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις