Στον Μανταμάδο η μουσική έγινε κοινή μνήμη – Η Ρίτα Αντωνοπούλου ένωσε Θεοδωράκη και Μικρούτσικο
Η φράση ενός θεατή στο τέλος της χθεσινής βραδιάς στον Μανταμάδο αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο όσα έγιναν.... "θα θυμάμαι για πάντα αυτή την "συνάντηση" Μίκη και Θάνου". Η εμφάνιση της Ρίτας Αντωνοπούλου και του Νεοκλή Νεοφυτίδη, το βράδυ της Τετάρτης 5 Αυγούστου στον Μανταμάδο, ανήκε ξεκάθαρα στις βραδιές που μένουν στη μνήμη. Και θα λέγαμε στην "κοινή μνήμη".
Στο κατάμεστο προαύλιο του Πολύκεντρου, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλον, ανέβηκαν στα πέτρινα διαζώματα, στάθηκαν όρθιοι στις άκρες του χώρου. Ενα κοινό συγκεντρωμένο, σχεδόν ακίνητο, στραμμένο προς μία λιτή σκηνή όπου υπήρχαν μόνο τα απολύτως αναγκαία — μια φωνή, ένα πιάνο και τραγούδια που δεν χρειάζονται σκηνοθετικά τεχνάσματα για να επιβληθούν.
Η παράσταση «Μ.Θ.Μ.», αφιερωμένη στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη και του Θάνου Μικρούτσικου, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Πανοράματος του Δήμου Δυτικής Λέσβου. Το επίσημο πρόγραμμα είχε προαναγγείλει όχι μια απλή ανθολογία επιτυχιών, αλλά μια απόπειρα να φωτιστούν η διαφορετική πορεία των δύο συνθετών, η επιρροή του Θεοδωράκη στον Μικρούτσικο και η κοινή ανθρωποκεντρική και πολιτική αντίληψή τους για το τραγούδι.
Δύο δημιουργοί, μία δημόσια γλώσσα
Η εύκολη προσέγγιση θα ήταν να παρουσιαστούν ο Θεοδωράκης και ο Μικρούτσικος ως δύο μεγάλες μορφές του ελληνικού τραγουδιού και να παρατεθούν τα γνωστά επίθετα: «εμβληματικοί», «διαχρονικοί», «ανυπέρβλητοι». Όλα σωστά και, ταυτόχρονα, ανεπαρκή.
Η πραγματική συγγένειά τους βρίσκεται αλλού. Στην πεποίθηση ότι η μεγάλη ποίηση δεν αποτελεί ιδιοκτησία μιας μορφωμένης ελίτ, αλλά μπορεί να βγει από τη σελίδα, να περάσει στη μελωδία και να γίνει κτήμα ανθρώπων που ίσως δεν θα άνοιγαν ποτέ την ποιητική συλλογή. Να ακουστεί σε ένα σπίτι, σε ένα εργοστάσιο, σε μια πορεία, σε ένα καράβι, σε μια πλατεία.
Ο Θεοδωράκης κατέστησε την ποίηση δημόσιο γεγονός. Ο Μικρούτσικος, νεότερος και διαφορετικός στη μουσική γραφή του, συνέχισε να αντιμετωπίζει το τραγούδι ως πεδίο πνευματικής και πολιτικής εγρήγορσης. Δεν αντέγραψε τον «τρόπο» του δασκάλου του. Τον πέρασε μέσα από τη δική του εποχή, τις δικές του αρμονικές εντάσεις, τη θεατρικότητα, την αστική αγωνία και τη σκληρότερη γλώσσα ενός κόσμου που είχε ήδη αρχίσει να χάνει τις μεγάλες του βεβαιότητες.
Η παράσταση δεν τοποθέτησε τα έργα τους σε μια μουσική προθήκη. Δεν τα αντιμετώπισε ως μνημεία που οφείλουμε να σεβόμαστε από απόσταση. Τα επέστρεψε στον φυσικό τους χώρο: ανάμεσα στους ανθρώπους.
Η ερμηνεία ως προσωπική μαρτυρία
Η Ρίτα Αντωνοπούλου δεν προσέγγισε αυτό το υλικό ως εξωτερικός παρατηρητής. Υπήρξε βασική ερμηνεύτρια του Θάνου Μικρούτσικου και σταθερή συνεργάτιδα της Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης». Η σχέση της με τα τραγούδια δεν είναι μόνο καλλιτεχνική· έχει το βάρος της μαθητείας, της συνεργασίας και της προσωπικής μνήμης.
Αυτό έγινε εμφανές στον Μανταμάδο. Η φωνή της δεν «εκτελούσε» τις παρτιτούρες. Τις περνούσε ξανά μέσα από το σώμα. Άλλοτε καθαρή και ευθύβολη, άλλοτε εύθραυστη, άλλοτε ορμητική, δεν επιχείρησε να συναγωνιστεί τις ιστορικές πρώτες εκτελέσεις. Αναζήτησε τη σημερινή αλήθεια των τραγουδιών.
Ανάμεσα στις ερμηνείες, οι σύντομες αφηγήσεις της δεν λειτούργησαν ως πληροφοριακές γέφυρες, αλλά ως μέρος της δραματουργίας. Φώτισαν τις σχέσεις των δημιουργών, τις εποχές τους και την κοινή τους πίστη ότι η μουσική μπορεί να αρθρώσει όσα η καθημερινή γλώσσα αδυνατεί ή φοβάται να πει.
Δίπλα της, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης δεν περιορίστηκε στον συμβατικό ρόλο του συνοδευτικού πιανίστα. Το πιάνο του έγινε δεύτερη αφηγηματική φωνή: άλλοτε υπογράμμιζε τον λόγο, άλλοτε δημιουργούσε ρωγμές, άλλοτε άφηνε χώρο στη σιωπή. Με δεξιοτεχνία που δεν επιζητούσε την επίδειξη και με έντονη σκηνική παρουσία, οικοδόμησε το μουσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Αντωνοπούλου μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα.
Η οικονομία των μέσων υπήρξε τελικά ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της παράστασης. Όταν αφαιρείται ο όγκος μιας πλήρους ορχήστρας, το τραγούδι μένει σχεδόν γυμνό. Τότε φαίνεται εάν αντέχει. Και τα συγκεκριμένα τραγούδια άντεξαν, επειδή δεν στηρίχθηκαν ποτέ μόνο στη μελωδική τους γοητεία. Στηρίζονται στον λόγο, στη συνείδηση και στην ανθρώπινη ανάγκη να μοιραστεί κανείς τον φόβο, τον έρωτα, την αδικία και την ελπίδα.
Η κορύφωση της βραδιάς ήρθε χωρίς ηχητική μεγέθυνση.
Η Ρίτα Αντωνοπούλου απομακρύνθηκε από το μικρόφωνο και τραγούδησε α καπέλα το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», από το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Εκείνη τη στιγμή καταργήθηκε και το τελευταίο τεχνικό φίλτρο ανάμεσα στην ερμηνεύτρια και στο κοινό.
Η επιλογή αποκτούσε στη Λέσβο μια πρόσθετη βαρύτητα. Ο Ελύτης γεννήθηκε στην Κρήτη, όμως η οικογένειά του καταγόταν από τη Λέσβο και η νησιωτική καταγωγή του υπήρξε οργανικό στοιχείο της ποιητικής του ταυτότητας.
Μέσα στη νύχτα του Μανταμάδου, οι λέξεις ακούστηκαν ξανά ως απαίτηση. Η δικαιοσύνη, ο ήλιος, η μνήμη, το συλλογικό «εμείς» απέκτησαν τη δύναμη που έχουν μόνο όταν προφέρονται χωρίς προστασία, χωρίς απόσταση, από μια ανθρώπινη φωνή απέναντι σε εκατοντάδες ανθρώπους που κρατούν την αναπνοή τους.
Υπάρχει, τέλος, μια διάσταση της βραδιάς που υπερβαίνει την καλλιτεχνική της ποιότητα. Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στον Μανταμάδο . Και αυτό έχει σημασία.
Η πολιτιστική αποκέντρωση δεν είναι να μεταφέρεται περιστασιακά μια «μεγάλη συναυλία» από την Αθήνα σε ένα χωριό, σαν γενναιόδωρη παραχώρηση του κέντρου προς την περιφέρεια. Είναι να δημιουργούνται στις τοπικές κοινωνίες οι συνθήκες ώστε σημαντικές παραγωγές να γεννιούνται εκεί, να συναντούν απαιτητικό κοινό και να αποκτούν τον πρώτο τους παλμό μακριά από τις συνηθισμένες πολιτιστικές λεωφόρους.
Το Πολιτιστικό Πανόραμα, που πραγματοποιείται για δεύτερη χρονιά με καλλιτεχνική διεύθυνση του Παναγιώτη Μάργαρη, έχει επιλέξει συνειδητά να αναπτύσσει τις δράσεις του στα χωριά και στις κοινότητες της Δυτικής Λέσβου, μετατρέποντας διαφορετικούς τόπους του νησιού σε ενεργές μουσικές σκηνές.
Η εικόνα του γεμάτου Πολύκεντρου αποτελεί την πιο καθαρή απάντηση σε όσους θεωρούν ότι το κοινό της περιφέρειας ενδιαφέρεται μόνο για εύκολα θεάματα. Το κοινό υπάρχει. Διψά για ποιότητα, αναγνωρίζει την ουσία και ανταποκρίνεται όταν αντιμετωπίζεται με σεβασμό.
Και όταν η τελευταία νότα χάθηκε στον σκοτεινό ουρανό, έμεινε αυτό που μένει από κάθε σπουδαία τέχνη: όχι η ανάμνηση μιας ωραίας εκδήλωσης, αλλά η αίσθηση ότι, έστω και για λίγο, ο κόσμος πράγματι σηκώθηκε ψηλότερα.