Η δήλωση Μητσοτάκη για τη Βενεζουέλα ως επικίνδυνο προηγούμενο
Η δήλωση που ακύρωσε το επιχείρημα της Ελλάδας: Όταν η ισχύς βαφτίζεται «μετάβαση»
Η δημόσια τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια άστοχη διπλωματική διατύπωση. Είναι μια δήλωση που, αν διαβαστεί προσεκτικά, αποδομεί τον ίδιο τον πυρήνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την επίκληση του διεθνούς δικαίου ως αδιαπραγμάτευτου κανόνα.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην καταδίκη του καθεστώτος Nicolás Maduro. Αυτή είναι αναμενόμενη και, σε μεγάλο βαθμό, τεκμηριωμένη. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στη συνειδητή άρνηση του πρωθυπουργού να τοποθετηθεί για τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών, σε μια στιγμή που η διεθνής κοινότητα ακριβώς αυτό συζητά.
Η φράση «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» δεν λειτουργεί ως ουδέτερη παύση. Λειτουργεί ως πολιτική αποδοχή. Επικίνδυνη αποδοχή!
Η νομιμότητα δεν είναι λεπτομέρεια – είναι η ουσία
Στο διεθνές σύστημα, η νομιμότητα δεν έπεται των γεγονότων. Προηγείται. Είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο κρίνεται κάθε πράξη ισχύος, κάθε στρατιωτική ή πολιτική παρέμβαση, κάθε «αλλαγή σελίδας» που επιχειρείται από εξωτερικούς δρώντες.
Όταν ένας πρωθυπουργός χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλέγει να μην αγγίξει το ζήτημα της νομιμότητας, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: ότι οι κανόνες ισχύουν υπό προϋποθέσεις. Και αυτό το μήνυμα δεν μένει στη Βενεζουέλα. Διαχέεται.
Για την Ελλάδα, που έχει οικοδομήσει τη διεθνή της επιχειρηματολογία πάνω στην ανάγκη σεβασμού των συνθηκών, των συνόρων και του δικαίου της θάλασσας, αυτή η στάση είναι αυτοϋπονομευτική. Δεν πρόκειται για θεωρητική αντίφαση· πρόκειται για στρατηγικό αυτογκόλ.
Ηθική καταγγελία χωρίς θεσμικό πλαίσιο
Η δήλωση Μητσοτάκη υιοθετεί πλήρως την αφήγηση της «ηθικής αποκατάστασης»: το τέλος ενός αυταρχικού καθεστώτος παρουσιάζεται ως αυτονόητη πρόοδος. Όμως η ιστορία των διεθνών σχέσεων είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου η ηθική ρητορική χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει θεσμικά κενά και πολιτικές σκοπιμότητες.
Η δημοκρατία δεν προκύπτει επειδή μια κυβέρνηση χαρακτηρίζεται «συμπεριληπτική». Προκύπτει από διαδικασίες: εκλογές, εγγυήσεις, διεθνή εποπτεία, κοινωνική νομιμοποίηση. Τίποτα από αυτά δεν αναφέρεται. Αντίθετα, η «μετάβαση» παρουσιάζεται ως αυτονόητο αποτέλεσμα, όχι ως σύνθετη και επικίνδυνη διαδικασία.
Αυτή η αφαίρεση δεν είναι αθώα. Μετατρέπει την πολιτική πράξη σε αφήγημα και το αφήγημα σε άλλοθι.
Οι θεσμοί ως ρητορική επίκληση
Η αναφορά σε συντονισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ λειτουργεί περισσότερο ως διπλωματική διακόσμηση παρά ως ουσιαστική δέσμευση. Διότι δεν συνοδεύεται από καμία απαίτηση για ενεργό ρόλο των θεσμών, για έλεγχο των ενεργειών ή για σαφή χρονοδιάγραμμα θεσμικής αποκατάστασης.
Όταν οι θεσμοί επικαλούνται χωρίς να ενεργοποιούνται, παύουν να είναι εγγύηση. Γίνονται σκηνικό.
Τι πραγματικά διακυβεύεται
Η στάση αυτή δεν αφορά τη Λατινική Αμερική. Αφορά το πώς αντιλαμβάνεται η Ελλάδα τον ρόλο της σε έναν κόσμο όπου η έννοια της διεθνούς τάξης δοκιμάζεται καθημερινά.
Η επιλογή να μην τεθεί το ερώτημα της νομιμότητας ισοδυναμεί με αποδοχή της λογικής ότι οι ισχυροί μπορούν να ενεργούν πρώτα και να εξηγούν αργότερα — ή και ποτέ. Για μια χώρα με περιορισμένη ισχύ αλλά ισχυρό νομικό οπλοστάσιο, αυτή η λογική είναι επικίνδυνη πολυτέλεια.
Η δήλωση του πρωθυπουργού δεν είναι απλώς μια «γραμμή συμμάχων». Είναι μια σιωπηρή μετατόπιση αρχών. Και οι μετατοπίσεις αρχών, στην εξωτερική πολιτική, δεν περνούν ποτέ χωρίς κόστος.