Λευκή Νύχτα στη Μυτιλήνη: Ο κόσμος χάρηκε – Ας τελειώνουμε με την αριστερή μιζέρια
Η χθεσινή Λευκή Νύχτα στη Μυτιλήνη έδωσε μια εικόνα που δύσκολα επιδέχεται αμφισβήτηση. Η Ερμού γέμισε κόσμο, οικογένειες, νέους, παιδιά, κατοίκους και επισκέπτες. Η αγορά απέκτησε για μερικές ώρες ρυθμό, ένταση και ζωή. Ο κόσμος βγήκε από το σπίτι, περπάτησε, συναντήθηκε, διασκέδασε, έκανε αγορές και έζησε το κέντρο της πόλης διαφορετικά.
Αυτή είναι η ουσία της χθεσινής βραδιάς και ίσως αυτή ακριβώς η ουσία χάνεται κάθε χρόνο μέσα σε μια σχεδόν αυτοματοποιημένη πολιτική αντιπαράθεση.
Λίγο πριν από κάθε Λευκή Νύχτα, φορείς και σωματεία που κινούνται στον χώρο του ΚΚΕ και άλλων δυνάμεων της Αριστεράς επαναφέρουν την ίδια κριτική. Η παράταση του ωραρίου παρουσιάζεται ως ακόμη ένα βήμα προς την ελαστικοποίηση της εργασίας, η εμπορική γιορτή αντιμετωπίζεται ως πρόσχημα και η όλη διοργάνωση εντάσσεται σε μια ευρύτερη αφήγηση για την πίεση που δέχονται οι εργαζόμενοι.
Υπάρχει ασφαλώς ένα κομμάτι αυτής της συζήτησης που είναι απολύτως θεμιτό. Οι εργαζόμενοι δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο μιας εμπορικής διοργάνωσης. Η πρόσθετη εργασία πρέπει να αμείβεται, τα ωράρια να τηρούνται, η νομοθεσία να εφαρμόζεται και κανείς δεν μπορεί να θεωρεί αυτονόητο ότι ένας υπάλληλος πρέπει να παραμένει στη δουλειά του όσο θέλει η αγορά.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι την καταδίκη σχεδόν κάθε προσπάθειας να αποκτήσει η πόλη ζωή υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Και αυτή την απόσταση η συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη συχνά αρνείται να τη δει.
Η Λευκή Νύχτα δεν είναι εργασιακή μεταρρύθμιση. Δεν αλλάζει τον Κώδικα Εργασίας, δεν καταργεί από μόνη της το ωράριο και δεν λύνει ούτε δημιουργεί τα μεγάλα προβλήματα της αγοράς εργασίας. Είναι μια οργανωμένη εμπορική και πολιτιστική βραδιά, με συγκεκριμένη διάρκεια, που επιχειρεί να δημιουργήσει κίνηση στο κέντρο της πόλης.
Αν υπάρχουν παραβιάσεις εργασιακών δικαιωμάτων, πρέπει να ελέγχονται και να καταγγέλλονται ως τέτοιες. Όμως η εκ προοιμίου παρουσίαση ολόκληρης της διοργάνωσης ως περίπου κοινωνικά επιζήμιας οδηγεί σε μια πολιτική υπερβολή που τελικά απομακρύνεται από την πραγματικότητα που βιώνει η ίδια η κοινωνία.
Και η πραγματικότητα της χθεσινής βραδιάς ήταν απλή: ο κόσμος ήθελε να είναι εκεί.
Δεν μεταφέρθηκαν πολίτες στην Ερμού με το ζόρι. Δεν υποχρεώθηκε κανείς να βγει από το σπίτι του. Οι δρόμοι γέμισαν επειδή υπήρχε κοινωνική ανάγκη για έξοδο, συνάντηση, μουσική, αγορά και ψυχαγωγία. Σε μια εποχή στην οποία η καθημερινότητα έχει γίνει ακριβότερη, δυσκολότερη και περισσότερο πιεστική, αυτή η ανάγκη δεν είναι ούτε επιπόλαιη ούτε πολιτικά ύποπτη.
Είναι ανθρώπινη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο πρόβλημα μιας συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας: η τάση να ερμηνεύεται σχεδόν κάθε κοινωνική δραστηριότητα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της σύγκρουσης εργοδότη και εργαζομένου. Πρόκειται για μια υπαρκτή και σημαντική διάσταση της κοινωνίας, αλλά δεν είναι η μοναδική.
Η πόλη είναι και αγορά, και εργασία, και επιχειρηματικότητα, και πολιτισμός, και κοινωνική συναναστροφή. Είναι ο δημόσιος χώρος όπου άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, εισοδημάτων και αντιλήψεων συναντιούνται. Όταν αυτός ο χώρος γεμίζει, δεν μπορεί η πρώτη πολιτική αντίδραση να είναι πάντοτε η καχυποψία.
Η μικρή εμπορική επιχείρηση της Μυτιλήνης άλλωστε δεν βρίσκεται σε προνομιακή θέση. Αντιμετωπίζει αυξημένα λειτουργικά κόστη, μειωμένη αγοραστική δύναμη, το ηλεκτρονικό εμπόριο, τις μεγάλες αλυσίδες και μια αγορά που πολλές ημέρες του χρόνου δεν έχει την κίνηση που θα ήθελε.
Μία Λευκή Νύχτα ασφαλώς δεν λύνει αυτά τα προβλήματα. Αλλά δημιουργεί κάτι που καμία επιχείρηση δεν μπορεί να θεωρήσει αδιάφορο: κόσμο στο εμπορικό κέντρο.
Το αν αυτός ο κόσμος θα αγοράσει, πόσο θα αγοράσει και αν η αυξημένη κίνηση μεταφράζεται τελικά σε ουσιαστικό τζίρο είναι ένα διαφορετικό και απολύτως μετρήσιμο ζήτημα. Αυτό θα ήταν, μάλιστα, μια σοβαρή συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του θεσμού.
Το να απορρίπτεται όμως σχεδόν ιδεολογικά η ίδια η προσπάθεια επειδή τα καταστήματα μένουν ανοιχτά δύο ώρες περισσότερο είναι πολύ πιο εύκολο από το να εξεταστεί ψύχραιμα τι κερδίζει και τι χάνει η πόλη.
Υπάρχει, επιπλέον, μια αντίφαση που δύσκολα κρύβεται. Όλοι ζητούν μια Μυτιλήνη πιο εξωστρεφή, περισσότερο ζωντανή, με περισσότερο πολιτισμό, περισσότερες δράσεις, περισσότερους επισκέπτες και ισχυρότερη τοπική αγορά. Όταν όμως μία δράση καταφέρνει πραγματικά να γεμίσει το κέντρο, τότε αρχίζει η συζήτηση για το αν έπρεπε να γίνει, για το αν τα καταστήματα έπρεπε να είναι ανοιχτά και για το αν η γιορτή αποτελεί περίπου ιδεολογικό τέχνασμα.
Δεν γίνεται να απαιτούμε ταυτόχρονα μια ζωντανή πόλη και μια πόλη που πρέπει να απολογείται κάθε φορά που ζωντανεύει.
Η κοινωνική πολιτική δεν μετριέται από το πόσο γρήγορα καταγγέλλει μια γιορτή. Μετριέται από το αν μπορεί να προστατεύσει πραγματικά τον εργαζόμενο, να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς αμοιβές και συνθήκες εργασίας και ταυτόχρονα να επιτρέψει στην οικονομική και κοινωνική ζωή να αναπνεύσει.
Αυτή η ισορροπία είναι δυσκολότερη από ένα σύνθημα, αλλά είναι και πολύ πιο χρήσιμη.
Η χθεσινή Μυτιλήνη δεν έλυσε τα προβλήματα της τοπικής οικονομίας. Δεν εξαφάνισε την ακρίβεια, δεν αύξησε τους μισθούς και δεν άλλαξε την καθημερινότητα των εργαζομένων.
Έκανε όμως κάτι που επίσης έχει αξία.
Έφερε τους ανθρώπους στον δρόμο. Έδωσε ζωή στην Ερμού. Ένωσε για λίγες ώρες το εμπόριο με τη μουσική και την κοινωνική έξοδο. Έδωσε στην πόλη την εικόνα μιας πρωτεύουσας νησιού που δεν κλείνει τα φώτα της μόλις τελειώσει το συνηθισμένο ωράριο.
Και ίσως κάποτε πρέπει να δεχθούμε ότι δεν χρειάζεται κάθε τέτοια εικόνα να συνοδεύεται από πολιτικές ενοχές.
Γιατί τα δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει να προστατεύονται χωρίς εκπτώσεις. Αλλά και η χαρά μιας πόλης δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό ατόπημα.
Η χθεσινή Λευκή Νύχτα έδειξε κάτι πολύ πιο απλό από όλες τις ανακοινώσεις που προηγήθηκαν.
Ο κόσμος βγήκε. Η αγορά γέμισε. Η πόλη χάρηκε.
Και μερικές φορές η πολιτική ωριμότητα αρχίζει ακριβώς από εκεί: από την ικανότητα να βλέπεις την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως απαιτεί το ιδεολογικό σου σχήμα να είναι.
Και κάπου εδώ πρέπει να τελειώνει και η μόνιμη αριστερή μιζέρια που αντιμετωπίζει κάθε γιορτή, κάθε εμπορική κίνηση και κάθε αυθόρμητη χαρά ως ύποπτη υποχώρηση απέναντι στο «σύστημα». Μια κοινωνία δεν προοδεύει όταν μαθαίνει να ντρέπεται επειδή διασκεδάζει, ούτε όταν κάθε γεμάτος δρόμος μεταφράζεται μηχανικά σε εκμετάλλευση. Η υπεράσπιση των εργαζομένων είναι σοβαρή υπόθεση· η κατασκευή ενοχής γύρω από τη χαρά δεν είναι. Όταν η ιδεολογία φτάνει στο σημείο να βλέπει πρόβλημα ακόμη και στο χαμόγελο του κόσμου, τότε παύει να ερμηνεύει την κοινωνία και αρχίζει απλώς να την κοιτάζει μέσα από ένα μόνιμα σκοτεινό φίλτρο.