|

Οι κηδείες δεν είναι θέαμα και ο πόνος δεν είναι υλικό για likes.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
4'

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την ενημέρωση από την αδιακρισία. Και στο πένθος, αυτή η γραμμή δεν είναι απλώς δημοσιογραφική. Είναι ανθρώπινη.

Τα τελευταία χρόνια, και όλο πιο συχνά με την επέλαση των social media, η εικόνα του θανάτου βγαίνει από τον φυσικό της χώρο και μεταφέρεται βίαια στις οθόνες. Κηδείες, φέρετρα, δακρυσμένα πρόσωπα, συγγενείς σε συντριβή, τελευταίοι αποχαιρετισμοί. Όλα γίνονται φωτογραφία, ανάρτηση, κοινοποίηση, υλικό για σχόλια. Το πένθος, αντί να μείνει ιερή στιγμή σιωπής, μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα.

Μια σκληρή διαπίστωση: οι νεκροί δεν είναι "περιεχόμενο". Το φέρετρο δεν είναι "κάδρο". Ο πόνος μιας οικογένειας δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση. Και η τελευταία εικόνα ενός ανθρώπου δεν μπορεί να γίνεται εργαλείο για επισκεψιμότητα, likes ή φτηνό συγκινησιακό εντυπωσιασμό.

Η διεθνής δημοσιογραφική δεοντολογία είναι σαφής. Η αμερικανική RTDNA, ένας από τους σημαντικούς οργανισμούς δεοντολογίας στη ραδιοτηλεοπτική δημοσιογραφία, σημειώνει ότι η κάλυψη κηδειών απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό ευαισθησίας και επαγγελματισμού, ακριβώς επειδή υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εισβολής στην ιδιωτικότητα μιας οικογένειας που ήδη πονά.

Η βρετανική IPSO, η ανεξάρτητη αρχή δεοντολογίας του Τύπου στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει ειδική πρόβλεψη για την «εισβολή στο πένθος ή στο σοκ». Η οδηγία της αναφέρει ότι οι προσεγγίσεις και οι δημοσιεύσεις σε περιπτώσεις θανάτου πρέπει να γίνονται με συμπάθεια, διακριτικότητα και ευαισθησία. Δεν απαγορεύει την ενημέρωση· απαγορεύει, όμως, την αναίσθητη μεταχείριση του ανθρώπινου πόνου.

Η Society of Professional Journalists, στον κώδικα δεοντολογίας της, θέτει ως βασική αρχή το «minimize harm» — δηλαδή τη μείωση της βλάβης που μπορεί να προκαλέσει η δημοσιογραφική κάλυψη. Καλεί τους δημοσιογράφους να δείχνουν συμπόνια σε όσους επηρεάζονται από την είδηση και ιδιαίτερη ευαισθησία όταν χρησιμοποιούν συνεντεύξεις ή φωτογραφίες ανθρώπων που βιώνουν τραγωδία ή πένθος.

Ανάλογη είναι και η γραμμή μεγάλων διεθνών οργανισμών ενημέρωσης. Το Associated Press τονίζει ότι η αναζήτηση εικόνων πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα στην ειδησεογραφική αξία και στον σεβασμό της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας. Το BBC, στις οδηγίες της για την ιδιωτικότητα, αναφέρει ότι δεν την παραβιάζει χωρίς σοβαρό λόγο, ενώ ειδική ενότητα αφορά την κάλυψη θανάτου, οδύνης και δυσφορίας.
Το Reuters, στον πυρήνα των δημοσιογραφικών του αρχών, τοποθετεί την ακρίβεια, την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία ως θεμέλια της ενημέρωσης. Αυτές οι αρχές δεν είναι διακοσμητικές. Στην πράξη σημαίνουν ότι η εικόνα δεν δημοσιεύεται επειδή «υπάρχει», ούτε επειδή «θα τραβήξει». Δημοσιεύεται μόνο όταν υπηρετεί πραγματικό δημόσιο συμφέρον και όχι την περιέργεια του πλήθους.

Το ζήτημα, βέβαια, δεν αφορά μόνο τα ΜΜΕ. Αφορά και όλους εμάς. Τα social media έχουν αλλάξει τον τρόπο που πενθούμε. Το TIME έχει καταγράψει πώς το δημόσιο πένθος στο διαδίκτυο δημιουργεί νέους, άγραφους κανόνες, αλλά και μια επικίνδυνη πίεση: να αποδείξει κάποιος δημόσια ότι πενθεί, ότι συγκινήθηκε, ότι «ήταν εκεί». Σε αυτή τη νέα συνθήκη, η θλίψη κινδυνεύει να γίνει παράσταση.

Άλλο, όμως, η μνήμη και άλλο η έκθεση. Άλλο η ανθρώπινη συμμετοχή και άλλο η ψηφιακή αδιακρισία. Άλλο να γράψει κάποιος δύο λόγια με σεβασμό για έναν άνθρωπο που έφυγε και άλλο να ανεβάζει κοντινές εικόνες από την κηδεία, από το φέρετρο, από πρόσωπα που καταρρέουν. Η πρώτη πράξη μπορεί να είναι τιμή. Η δεύτερη συχνά είναι παραβίαση.

Υπάρχει ένα απλό ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε ανάρτησης: θα ήθελα να συμβεί αυτό στον δικό μου άνθρωπο; Θα ήθελα η πιο βαριά ώρα της οικογένειάς μου να γίνει δημόσιο θέαμα; Θα ήθελα η τελευταία εικόνα ενός αγαπημένου μου προσώπου να κυκλοφορεί χωρίς έλεγχο, χωρίς συναίνεση, χωρίς μέτρο;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν υπάρχει άλλη συζήτηση.

Η κηδεία δεν είναι εκδήλωση για φωτορεπορτάζ. Είναι τελετή αποχαιρετισμού. Είναι χώρος πόνου, προσευχής, μνήμης, σιωπής. Όποιος παρευρίσκεται εκεί δεν αποκτά αυτομάτως δικαίωμα δημοσίευσης. Η φυσική παρουσία δεν είναι άδεια χρήσης εικόνας. Και το ότι κάτι συμβαίνει σε δημόσιο χώρο δεν σημαίνει ότι χάνει τον ιδιωτικό, ανθρώπινο και βαθιά προσωπικό του χαρακτήρα.

Τα μέσα ενημέρωσης έχουν ευθύνη ακόμη μεγαλύτερη. Μπορούν να γράψουν για έναν θάνατο χωρίς να εκθέσουν τον νεκρό. Μπορούν να τιμήσουν μια διαδρομή ζωής χωρίς να σκύψουν πάνω από το φέρετρο. Μπορούν να ενημερώσουν χωρίς να τραυματίσουν ξανά τους ανθρώπους που μένουν πίσω. Η καλή δημοσιογραφία δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα δημοσιεύει, αλλά και από το τι επιλέγει να μην εκμεταλλευτεί.

Δεν είναι λογοκρισία ο σεβασμός. Δεν είναι αδυναμία η διακριτικότητα. Δεν είναι «χαμένη είδηση» μια φωτογραφία που δεν ανέβηκε επειδή προστάτευε την αξιοπρέπεια ενός νεκρού και την ψυχή μιας οικογένειας.

Αντιθέτως, είναι πολιτισμός.

Στην εποχή που όλοι κρατούν μια κάμερα στο χέρι, το πραγματικό ήθος φαίνεται όχι όταν φωτογραφίζεις, αλλά όταν κατεβάζεις το κινητό. Όταν καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν στιγμές που δεν ανήκουν στο κοινό. Ανήκουν στους ανθρώπους που πενθούν.

Ο θάνατος θέλει μέτρο. Η μνήμη θέλει σεβασμό. Και η δημοσιογραφία, αν θέλει να παραμείνει δημόσιο λειτούργημα και όχι απλώς μηχανή παραγωγής κλικ, πρέπει να θυμάται ότι πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένας άνθρωπος. Και πίσω από κάθε άνθρωπο, μια οικογένεια που πονά.

Ας μάθουμε, λοιπόν, να σεβόμαστε τους νεκρούς. Όχι για εκείνους μόνο. Αλλά και για εμάς τους ίδιους. Γιατί ο τρόπος που στεκόμαστε μπροστά στον θάνατο δείχνει, τελικά, πόση ανθρωπιά έχουμε κρατήσει ζωντανή.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις