|

Ο Τσίπρας επέστρεψε ως πραγματικός πόλος εξουσίας — και ο Ανδρουλάκης είδε το Κέντρο να του φεύγει από τα χέρια

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Υπάρχουν πολιτικές επιστροφές που γίνονται για λόγους ματαιοδοξίας. Υπάρχουν όμως και επιστροφές που συμβαίνουν επειδή το ίδιο το πολιτικό σύστημα αφήνει κενό. Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη — ΕΛ.Α.Σ. ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι   η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού. Είναι η επανενεργοποίηση ενός πολιτικού κεφαλαίου που, είτε αρέσει είτε όχι στους αντιπάλους του, παραμένει βαρύ, αναγνωρίσιμο και εκλογικά μετρήσιμο.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Διότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε μπροστά του τρία χρόνια για να μετατρέψει τη φθορά της Νέας Δημοκρατίας και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ σε καθαρή ηγεμονία στον χώρο της αντιπολίτευσης. Δεν το έκανε. Το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε, αλλά δεν απογειώθηκε. Κέρδισε θεσμική θέση, αλλά όχι πολιτική φλόγα. Έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά δεν έγινε ρεύμα. Και στην πολιτική, όταν δεν γεμίζεις εσύ το κενό, θα το γεμίσει κάποιος άλλος. Συνήθως κάποιος με όνομα, μνήμη, εμπειρία και ένστικτο εξουσίας.

Αυτός ο κάποιος είναι ο Τσίπρας.

Η πρώτη ένδειξη δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι αριθμητική. Στη δημοσκόπηση της Real Polls για το Protagon, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στην πρόθεση ψήφου στο 27,5%, το κόμμα Τσίπρα δεύτερο με 14,1%, η κίνηση Καρυστιανού τρίτη με 11,4% και το ΠΑΣΟΚ τέταρτο με 8,6%. Στην πρόβλεψη αποτελέσματος, το κόμμα Τσίπρα ανεβαίνει στο 16,1%, ενώ το ΠΑΣΟΚ μένει στο 9,6%.

Αυτό δεν είναι απλή δημοσκοπική καταγραφή. Είναι πολιτικό ηλεκτροσόκ.

Η ίδια έρευνα δείχνει και κάτι βαθύτερο: στο σενάριο δεύτερης Κυριακής όπου δεύτερο κόμμα είναι το ΠΑΣΟΚ, η διαφορά υπέρ της ΝΔ εμφανίζεται μεγαλύτερη. Αντίθετα, στο σενάριο όπου δεύτερο έρχεται το κόμμα Τσίπρα, το νέο σχήμα ανεβαίνει στο 31,9% και η διαφορά με τη ΝΔ συμπιέζεται. Με απλά λόγια: το ΠΑΣΟΚ, παρά τη θεσμική του θέση, δεν λειτουργεί ως ισχυρός πόλος συσπείρωσης. Ο Τσίπρας λειτουργεί.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο Ανδρουλάκης διαθέτει κόμμα. Ο Τσίπρας διαθέτει πολιτικό φορτίο. Ο Ανδρουλάκης έχει οργανωτική συνέχεια. Ο Τσίπρας έχει μνήμη εξουσίας. Ο Ανδρουλάκης μιλά ως αρχηγός αντιπολίτευσης. Ο Τσίπρας μιλά ως άνθρωπος που έχει καθίσει στο τραπέζι όπου παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις. Στην πολιτική αγορά —και ας μην αρέσει η λέξη— αυτό μετράει.

Η μέτρηση της Interview, όπως μεταδόθηκε και από το Reuters, ενισχύει την ίδια εικόνα: η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται στο 26,1%, ενώ το νέο κόμμα Τσίπρα καταγράφεται δεύτερο με 12,8%, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ και την κίνηση Καρυστιανού. Το διεθνές πρακτορείο σημειώνει ότι η επιστροφή Τσίπρα μπορεί να αναδιατάξει την κατακερματισμένη αντιπολίτευση και να προσελκύσει απογοητευμένους ψηφοφόρους από τον αριστερό και κεντρώο χώρο.

Αυτό είναι το σημείο που η Χαριλάου Τρικούπη δεν θέλει να ακούσει: ο Τσίπρας δεν απειλεί μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Απειλεί κυρίως το ΠΑΣΟΚ. Γιατί το ΠΑΣΟΚ οικοδόμησε το αφήγημά του πάνω στην ιδέα ότι είναι ο φυσικός διάδοχος του καταρρεύσαντος ΣΥΡΙΖΑ. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή. Το ΠΑΣΟΚ δεν κληρονόμησε αυτομάτως τον προοδευτικό χώρο. Απλώς στάθηκε για λίγο μπροστά στην πόρτα. Τώρα εμφανίζεται κάποιος που έχει ακόμη κλειδί.

Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ το αποδεικνύει. Η ανακοίνωση της Χαριλάου Τρικούπη μίλησε για «ιδιωτικό κόμμα Τσίπρα» και για κάτι «πολύ παλιό» που παρουσιάζεται ως νέο. Ο ίδιος ο Νίκος Ανδρουλάκης χαρακτήρισε τον Τσίπρα «κακό αντιγραφέα», μίλησε για «one man show» και για «ακριβοπληρωμένες επικοινωνιακές καμπάνιες».

Πολιτικά, όμως, αυτή η γραμμή είναι αμυντική. Και όταν ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει ξοδεύει την ενέργειά του για να αποδείξει ότι ο αντίπαλος «δεν είναι καινούργιος», συχνά αποκαλύπτει κάτι χειρότερο: ότι το ίδιο δεν κατάφερε να γίνει αναγκαίο.

Ο Τσίπρας, από την άλλη, έστησε το νέο του αφήγημα πάνω σε τρεις λέξεις που αγγίζουν το σημερινό κοινωνικό νεύρο: αξιοπρέπεια, δημοκρατία, δίκαιη ανάπτυξη. Στην ιδρυτική του διακήρυξη μίλησε για ασπίδα απέναντι στην ακρίβεια, δύναμη στην εργασία, διαφάνεια, λογοδοσία, αλλαγή παραγωγικού μοντέλου με έμφαση στην αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση και την περιφερειακή ανάπτυξη.

Δεν είναι τυχαίο. Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως διαμαρτυρία. Προσπαθεί να επιστρέψει ως κυβερνητική πρόταση. Αυτό είναι το πολιτικό του πλεονέκτημα. Η κοινωνία μπορεί να έχει επιφυλάξεις για το παρελθόν του. Μπορεί να θυμάται λάθη, συγκρούσεις, ήττες, μνημονιακές πληγές. Αλλά τον αναγνωρίζει ως παίκτη πρώτης γραμμής. Και σε περιόδους ρευστότητας, η αναγνωρισιμότητα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι πολιτικό νόμισμα.

Αντιθέτως, ο Ανδρουλάκης μοιάζει συχνά εγκλωβισμένος σε έναν θεσμικό καθωσπρεπισμό που δεν παράγει ανατροπή. Είναι σοβαρός, αλλά όχι σαρωτικός. Είναι σταθερός, αλλά όχι ανατρεπτικός. Και αυτό, για έναν αρχηγό που θέλει να εμφανιστεί ως εναλλακτικός πρωθυπουργός, είναι πρόβλημα στρατηγικής ταυτότητας.

Το χειρότερο για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ότι ο Τσίπρας το περνά σε κάποιες μετρήσεις. Το χειρότερο είναι ότι του αφαιρεί το βασικό επιχείρημα ύπαρξης: ότι μόνο αυτό μπορεί να γίνει ο αντίπαλος πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Τσίπρας συσπειρώνει περισσότερο από το ΠΑΣΟΚ σε σενάρια δεύτερης Κυριακής, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι υπαρξιακό.

Η Νέα Δημοκρατία, βεβαίως, παραμένει πρώτη. Αυτό δεν πρέπει να κρύβεται. Αλλά η πολιτική δεν είναι μόνο η φωτογραφία της στιγμής. Είναι και η φορά των πραγμάτων. Και η φορά δείχνει ότι ο χώρος ανάμεσα στη φθαρμένη κυβέρνηση και στην αναιμική αντιπολίτευση ανοίγει. Εκεί μπαίνει ο Τσίπρας.

Η επιστροφή του δεν εγγυάται νίκη. Εγγυάται όμως αναστάτωση. Και στην πολιτική, η αναστάτωση είναι συχνά το πρώτο στάδιο της ανατροπής.

Ο Ανδρουλάκης μπορεί να συνεχίσει να τον αποκαλεί «παλιό». Όμως οι ψηφοφόροι δεν ψηφίζουν πάντα το νέο. Ψηφίζουν αυτό που πιστεύουν ότι μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς. Και σήμερα, είτε από ελπίδα είτε από ανάγκη είτε από πολιτικό ένστικτο, ένα μέρος της κοινωνίας φαίνεται να βλέπει στον Τσίπρα κάτι που δεν βλέπει στο ΠΑΣΟΚ: δυνατότητα εξουσίας.

Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα.

Ο Τσίπρας δεν γύρισε απλώς για να πάρει ψήφους. Γύρισε για να πάρει τον ρόλο που ο Ανδρουλάκης δεν κατάφερε να κατοχυρώσει. Τον ρόλο του βασικού αντιπάλου. Του ανθρώπου που μπορεί να ενώσει το διάσπαρτο, να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία, να ξαναβάλει πολιτικό πάθος σε έναν χώρο που είχε αρχίσει να μοιάζει με αίθουσα αναμονής.

Και στην πολιτική, όποιος μένει πολύ ώρα στην αίθουσα αναμονής, στο τέλος δεν κυβερνά. Περιμένει.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις