Η Μεταμφίεση: Από τους Διονυσιακούς Μύστες στα Τριψίματα της Αγιάσου – Το αρχέγονο τελετουργικό που νικά τον χρόνο
Η μεταμφίεση
Γράφει ο Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής
Η μεταμφίεση και ιδιαίτερα η χρήση της μάσκας είναι ένα παγκόσμιο ανθρωπολογικό φαινόμενο με μεγάλη ανθεκτικότητα στο χρόνο και με ποικιλία λειτουργιών. Ξεκινά από την ιδέα ότι αυτός που ντύνεται δέρμα ζώου ή φορά μάσκα μεταμορφώνεται και κατά κάποιο τρόπο μετουσιώνεται σ’ εκείνο που παριστάνει. Αρχικά η συμπεριφορά αυτή σχετίστηκε με τη λατρεία των προγόνων. Οι νεκροί πρόγονοι μπορούν να επανέρχονται κατά διαστήματα στον επάνω κόσμο, σαν ένα μέρος της διαδικασίας της περιοδικής ανανέωσης της φύσης.
Ο σπόρος που θάβεται στη γη και στη συνέχεια βλασταίνει γέννησε την ιδέα ότι θα μπορούσε να συμβαίνει και με τους πεθαμένους προγόνους το ίδιο. Οι μεταμφιεσμένοι, λοιπόν, μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο δοξασιών και πίστεων, ήταν οι επανεμφανιζόμενοι πρόγονοι που θα μπορούσαν να ευεργετήσουν την κοινότητα με την κεκτημένη και ιεροποιημένη δύναμη του κάτω κόσμου.
Στον ελληνικό χώρο οι μεταμφιέσεις ποτέ δεν έπαψαν να είναι σε χρήση από την απώτατη αρχαιότητα. Οι νεοελληνικές παραδοσιακές μεταμφιέσεις ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: του Δωδεκαημέρου, της Αποκριάς και τοπικού χαρακτήρα, συνδεόμενες κι αυτές με την ευετηρία (ευ + έτος = καλή χρονιά = καλοχρονιά, δηλαδή υγεία και καλοσοδειά). Οι μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου επιβιώνουν στη βόρεια Ελλάδα. Στον Πόντο οι μεταμφιεσμένοι λέγονταν «Μωμόγεροι» και αποτελούσαν μέλη αυτοσχέδιων θεατρικών ομάδων, που παρουσίαζαν κωμικές κυρίως σκηνές. Βασικά μέσα μεταμφίεσης του Δωδεκαημέρου είναι τα δέρματα ζώων, μάσκες ζωόμορφες ή άλλες, παλιά ρούχα και προπαντός κουδούνια κρεμασμένα από τη μέση των μεταμφιεσμένων. Το κουδούνι αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα είδη της μεταμφίεσης, λόγω της αποτρεπτικής και γενικά μαγικής σημασίας του θορύβου. Στη χρονική περίοδο που αντιστοιχεί στο χριστιανικό Δωδεκαήμερο τελούνταν πολυάριθμες ειδωλολατρικές γιορτές (Σατουρνάλια, Καλένδες, Βότα κ.ά.), κύριο χαρακτηριστικό των οποίων ήταν και οι μεταμφιέσεις. Τις εκδηλώσεις αυτές (παγανιστικές γιορτές και μεταμφιέσεις του Δωδεκαημέρου) δε μπόρεσαν να εκτοπίσουν - κυρίως από την ύπαιθρο - οι χριστιανικές γιορτές (Χριστούγεννα κλπ), που τοποθετήθηκαν γι’ αυτό το λόγο τις μέρες εκείνες. Έτσι, διαιωνίστηκαν και οι μεταμφιέσεις, παρά τη σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας. Παρά τις απαγορεύσεις, όμως, το έθιμο των μεταμφιέσεων συνεχίζεται μέχρι σήμερα και μαζί μ’ αυτό επιβίωσαν κι άλλα λατρευτικά στοιχεία προερχόμενα από την ελληνική αρχαιότητα, μέσω των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Σε πολλά μέρη λ.χ. βρίσκουμε αναπαράσταση γάμου ή και μιμική συνεύρεση μεταξύ μεταμφιεσμένων και κάποτε εικονικό όργωμα και μιμική σπορά. Αποκλειστικά ευετηρικό πνεύμα (που σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρείται εν μέρει και στα νεότερα χρόνια, όπως στο θρακικό έθιμο του «Καλόγερου») είχαν και οι μεταμφιέσεις της αποκριάτικης περιόδου. Στις δωδεκαμερίτικες και αποκριάτικες μεταμφιέσεις απηχούνται κάποτε και γεγονότα με τοπική σημασία, κυρίως κοινωνική ή ιστορική. Στο Σοχό Θεσσαλονίκης λ.χ. γίνεται αναφορά σε ειδωλολάτρες και έμμεσα, στο λεγόμενο θαύμα των κολλύβων, απηχούνται οι επιδρομές των Γιουρούκων στην περιοχή, στη δε Νάουσα ο πολυήμερος γιορτασμός του εθίμου «Γενίτσαροι και Μπούλες» θεωρείται ότι συνεχίζει παραδοσιακά συνήθειες από τα χρόνια του 1821.
Τις εκδηλώσεις αυτές τις έχουν συσχετίσει με εντυπωσιακά όμοιες που γίνονταν στα κατ’ αγρούς Διονύσια και στα Ανθεστήρια. Το νόημα των εκδηλώσεων αυτών (πριν μεταπέσουν σε διασκεδαστικές εκδηλώσεις) είναι μαγικό – αναλογικό: αποσκοπούν στην πρόκληση και στη μεταφορά της γονιμοποιητικής δύναμης στη φύση και ιδιαίτερα στη γη, ενόψει της ερχόμενης καρποφορίας. Η μεταμφίεση επίσης των ανθρώπων συνδέεται άμεσα και με τη λατρεία του Διόνυσου. Ο Διόνυσος, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, ήταν και η προσωποποίηση της εναλλαγής των εποχών του χρόνου, οι οποίες με τη σειρά τους ευθύνονται για τη γέννηση και το θάνατο της φύσης. Άνοιξη η γέννηση της ζωής, καλοκαίρι η ωρίμανσή της, φθινόπωρο ο μαρασμός της, χειμώνας ο θάνατός της. Έτσι, οι περιπέτειες του θεού ταυτίζονταν με τα φυσικά φαινόμενα των εποχιακών καιρικών μεταβολών και συνεπώς με τις μεταμορφώσεις της βλάστησης κατά τη διάρκεια του χρόνου. Μεταμορφώνεται ο θεός, άρα πρέπει να μεταμορφώνονται και οι άνθρωποι στις ιεροτελεστίες τους. Δηλαδή, πρέπει να μεταμφιέζονται. Οι αρχαιοελληνικές γιορτές των Βακχειών ή Διονυσίων τελούνταν προς τιμή του θεού Διόνυσου και εξυμνούσαν την αέναη αναδημιουργία, τη γονιμότητα και την αναζωογόνηση της φύσης κατά την άνοιξη.
Απομεινάρια της βακχικής αντίληψης για τη ζωή είναι και τα τριψίματα, δίστιχα ομοιοκαταληκτικά τραγούδια που υμνούν τα γεννητικά όργανα, καθώς και τα ιμτζουρώματα αυτών που αρχιόντι. Είναι ολοφάνερη η σχέση του τριψίματος με τον αρχαίο διθύραμβο. Τα τριψίματα είναι χορικά άσματα (δηλαδή χορωδιακά τραγούδια), που τραγουδιούνται και χορεύονται κυκλικά από το χορό (αρχίζει ο κορυφαίος και επαναλαμβάνει ο χορός), υμνούν τα γεννητικά όργανα και τη σεξουαλική πράξη, αποδίδονται με τον αφηγηματικό ίαμβο, διατηρούν τη μορφή αυτή και δεν εμπλουτίζονται με τα πρόσωπα και τα στοιχεία του αρχαίου δράματος (δηλαδή τους προσωπιδοφόρους ηθοποιούς και το διάλογο). Στον αρχαίο διθύραμβο τα μέλη του χορού βάφονταν με την τρυγία, το κατακάθι του σταφυλιού, που είχε χρώμα κόκκινο, για να μοιάζουν με τους Σάτυρους, τους ακόλουθους του Διονύσου. Στην Αγιάσο του 1950 τα μέλη του χορού βάφονταν ακόμα με κόκκινα κραγιόνια (κνήκο). Στο σύγχρονο τρίψιμο μουτζουρώνονται με κάρβουνο. Το μαύρισμα με στάχτη, κάρβουνο ή μπογιά ήταν ένας τρόπος να εξαλειφθεί το μίασμα που επέφερε δεινά στην κοινότητα, να εκδιωχθούν τα κακά πνεύματα που έφερναν κακοτυχία και να καθαρθεί ο άνθρωπος ενόψει του ερχομού της άνοιξης και πριν την είσοδο στη Σαρακοστή.
Στον αρχαίο διθύραμβο τα μέλη του χορού ορχούνταν, που σημαίνει χόρευαν, μετείχαν στον όρχο, δηλαδή στον κύκλο των μυστών της διονυσιακής λατρείας. Στο τρίψιμο τα μέλη του χορού αρχιόντι, που σημαίνει επίσης χορεύουν. Η λέξη προέρχεται από εκφυλισμό της αρχαιοελληνικής λέξης ορχούνται. Τα παραδοσιακά τριψίματα εξακολουθούν να τραγουδιούνται και σήμερα στην Αγιάσο, ιδιαίτερα κατά την πατινάδα της Κυριακής της Τυροφάγου και την αναβίωση του εθίμου της περικεφαλαίας. Παρόμοια φαλλικά άσματα συναντούνται σε όλη την Ελλάδα με τη γενική ονομασία «γαμοτράγουδα» και διασώζονται μέσα στους αιώνες από την προφορική λαϊκή μας παράδοση.