|

Όταν η Αγιά Σωτήρα στην περιοχή Κουρτζή γέμιζε κόσμο – Το πανηγύρι, οι χαλβατζήδες και η σκανταλιά με τα τζιτζίκια

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Υπήρξε μια εποχή που η περιοχή του Κουρτζή δεν ταυτιζόταν με τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τη σημερινή εικόνα της ανατολικής εισόδου της Μυτιλήνης. Ανάμεσα στις ελιές, στους χωματόδρομους και στα ιαματικά λουτρά, η Αγιά Σωτήρα —ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος— αποτελούσε κάθε Αύγουστο έναν από τους σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος και συνάντησης για τους κατοίκους της πόλης.

Μια παλιά καρτ ποστάλ, με θέα από το Κουρτζή, διασώζει την εικόνα εκείνης της περιοχής: τον ναό με το επιβλητικό καμπαναριό, τις λιγοστές κατοικίες, τον ελαιώνα και τη θάλασσα να ανοίγεται προς τα αριστερά. Πίσω από τη στατική εικόνα, όμως, κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος από ήχους, μυρωδιές, πρόσωπα και μικρές ανθρώπινες ιστορίες.

Αυτόν τον κόσμο ανασύρει από τη μνήμη του ο Νίκος Κουφάκης, σε κείμενό του που δημοσιεύτηκε στην ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Λέσβου – Άλμπουμ Αναμνήσεων».

Το μεγάλο πανηγύρι πριν από τη ΔΕΗ

Όπως θυμάται, το πανηγύρι της Αγιάς Σωτήρας συγκέντρωνε τεράστιο πλήθος μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1960, πριν από την κατασκευή του εργοστασίου της ΔΕΗ, που άλλαξε σταδιακά τον χαρακτήρα ολόκληρης της περιοχής.

Τα παιδιά του Συνοικισμού ξεκινούσαν μαζί με τις γιαγιάδες τους με τα πόδια. Διέσχιζαν χωματόδρομους, περνούσαν από τα ιαματικά λουτρά του Κουρτζή και έφταναν στη σημαιοστολισμένη ανηφόρα που οδηγούσε στην εκκλησία.

Εκεί, η θρησκευτική τελετουργία συναντούσε τη λαϊκή γιορτή. Μικροπωλητές και χαλβατζήδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, οι καμπάνες ηχούσαν και ένα πολύβουο πλήθος προσπαθούσε να μπει στον ναό, να ανάψει ένα κερί και να προσκυνήσει την εικόνα της Μεταμορφώσεως.

Στο εσωτερικό, όμιλος ψαλτών και καλλίφωνων ιερέων έδινε στη λειτουργία ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Στο προαύλιο, το πλήθος ήταν ακόμη μεγαλύτερο. Πάνω στα τραπέζια είχαν τοποθετηθεί άρτοι, φιάλες κρασιού, λάδι και σταφύλια, περιμένοντας την αρτοκλασία μετά τον μεγάλο εσπερινό.

Κοπέλες από τον Συνοικισμό καρφίτσωναν στα πέτα των προσκυνητών μικρά τετράγωνα χαρτάκια με την ένδειξη «Ι.Ν. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος». Μπροστά τους κρατούσαν ένα τσίγκινο κουτί, όπου ο καθένας έριχνε ένα «μισέλ», δηλαδή 50 λεπτά της δραχμής, για την ενίσχυση του ναού

Η επιχείρηση με τα τζιτζίκια

Μέσα σε αυτήν την κατανυκτική ατμόσφαιρα, μια παρέα μαθητών του 8ου Δημοτικού ετοίμαζε τη δική της επιχείρηση. Στις άκρες του περιβόλου μάζευαν τζιτζίκια από τα γύρω δέντρα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή.

Ένας από τους μεγαλύτερους πλησίασε τον μικρό τότε Νίκο Κουφάκη και του αποκάλυψε το σχέδιο στη λεσβιακή ντοπιολαλιά:

«Μάζευε κι εσύ, Ν’κολέλ, κάνα τζίτζιρα να σπάσουμε πλάκα. Μόλις βγουν οι παπάδις να ευλογήσεν τς άρτ’, θα ν’ αμολάρουμε ουλ’ μαζί τς τζιτζίρ και θα γιν’ χαμός!».

Τα παιδιά γέμισαν τις χούφτες τους με τα «μελωδικά έντομα» και περίμεναν. Ο κόσμος, στραμμένος προς την έξοδο του ναού, δεν τους έδινε σημασία. Ορισμένοι είχαν σκαρφαλώσει ακόμη και στα μνήματα της οικογένειας Κουρτζή, προκειμένου να έχουν καλύτερη θέα.

Μόλις ακούστηκε το απολυτίκιο «Μετεμορφώθης εν τω όρει, Χριστέ ο Θεός» και οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, οι επίτροποι άνοιξαν διάδρομο για να περάσουν οι ιερείς.

Όταν άρχισαν οι δεήσεις γύρω από τους άρτους, ο αρχηγός της παρέας έδωσε το σύνθημα. Τα παιδιά άνοιξαν ταυτόχρονα τις χούφτες τους και δεκάδες ζαλισμένα τζιτζίκια πετάχτηκαν πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος.

Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Άλλοι γελούσαν και άλλοι φώναζαν, ενώ ορισμένα έντομα προσγειώθηκαν στις περίτεχνες περμανάντ των γυναικών, προκαλώντας τσιρίδες και αναστάτωση. Ο αρχηγός της παρέας έφυγε πρώτος, για να μην καταλήξει στον χωροφύλακα, και οι υπόλοιποι σκορπίστηκαν ανάμεσα στον κόσμο.

Η γιαγιά που κατάλαβε τα πάντα

Λίγο αργότερα, ο μικρός Νίκος επέστρεψε δίπλα στη γιαγιά του, την κυρά Λένη, για να πάρει άρτο. Ένας από τους επιτρόπους, ωστόσο, φαίνεται πως είχε τις υποψίες του:

«Δεν πιστεύω να ήταν τσι γι εγγονός σ’ μ’ έφτιν τς αλήτες που πιάναν τζιτζίρ, κυρά Λεν’;».

Η γιαγιά τον υπερασπίστηκε αμέσως:

«Όχι βέβαια, μαζί μου ήταν το παιδί».

Η προστασία της, όμως, σταμάτησε εκεί. Στον δρόμο της επιστροφής τον έπιασε από τα μαλλιά, του έριξε μια δυνατή τσιμπιά και τον προειδοποίησε πως, αν ξαναέφευγε από κοντά της, θα το έλεγε στον παππού του, τον Απόστολο Σαλβαρά, ο οποίος «θα τον περιποιούνταν δεόντως».

«Και όντως δεν το ξανάκανα», καταλήγει ο ίδιος.

Μια Μυτιλήνη που επιβιώνει στις αφηγήσεις

Η μαρτυρία του Νίκου Κουφάκη δεν αποτελεί μόνο μια εύθυμη παιδική ανάμνηση. Αποτυπώνει τη γεωγραφία και την κοινωνική ζωή μιας Μυτιλήνης που άλλαξε δραματικά μέσα σε λίγες δεκαετίες.

Τα πανηγύρια δεν ήταν απλώς θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ήταν χώροι κοινωνικής συνεύρεσης, μικρού εμπορίου, οικογενειακής εξόδου και κοινοτικής ζωής. Εκεί συναντιόνταν οι ψάλτες με τους χαλβατζήδες, οι πιστοί με τα αλάνια του σχολείου, η κατάνυξη με τη σκανταλιά.

Οι παλιές φωτογραφίες διασώζουν τα κτίρια και το τοπίο. Οι προσωπικές αφηγήσεις, όμως, διασώζουν κάτι βαθύτερο: τον ήχο της καμπάνας, τη φωνή του μικροπωλητή, τη λεσβιακή λαλιά, τα σταφύλια πάνω στα τραπέζια και ένα σμήνος από τζιτζίκια που, για λίγα λεπτά, αναστάτωσε ολόκληρο το πανηγύρι.

Πηγή μαρτυρίας: Νίκος Κουφάκης – Ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες Λέσβου (Άλμπουμ Αναμνήσεων)».

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις