|

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Αργύρης Εφταλιώτης - Ο Λέσβιος πρωτοπόρος που έδωσε φωνή στη δημοτική γλώσσα

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
7'
Λέξεις Κλειδιά :
Αργύρης Εφταλιώτης

«Αργύρης Εφταλιώτης (1849 ‒ 1923), 

ένας Λέσβιος πρωτοπόρος των νεοελληνικών Γραμμάτων» 

(177 χρόνια από τη γέννησή του ‒ μνήμη ιερή)

[του Βασιλείου Α. Γεώργα, εκπαιδευτικού - συγγραφέα]

 

ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ

Χαριτωμένο μου νησί, που στα νερά πλαγιάζεις

σαν ουρανόπλαστη θεά,

αντίκρυ σου τα γαλανά

βουνά της Χιος λογιάζεις,

που η δόξα τους ζωγραφιστή με του Κανάρη τη φωτιά.

    Πρώτη Ιουλίου 1849: στη γραφική εξοχή της Εφταλούς λίγο έξω από τον Μόλυβο (ή «Μόλιβο» ‒από το βενετικό montdʼ olives= όρος των ελαιών / το βουνό με τις ελιές‒ κατʼ άλλους, ανάμεσά τους η προσωπικότητα στην οποία είναι αφιερωμένο το παρόν επετειακό σημείωμα) της οθωμανοκρατούμενης ακόμη Λέσβου έρχεται στον κόσμο ο Κλεάνθης, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη (1820 ‒ 1866) και της Ελένης Κέπετζη (1830 ‒ 1926). Σαράντα χρόνια αργότερα (1889) θα παρουσιαστεί στα λογοτεχνικά δρώμενα ως «Αργύρης Εφταλιώτης», φιλολογικό ψευδώνυμο με το οποίο θα διανύσει τον πλούσιο δημιουργικό δρόμο του, θα λαμπρύνει τον γενέθλιο τόπο, θα καταστήσει περήφανους τους απανταχού συμπατριώτες του.

    Τολμηρός πρωτεργάτης και μαχητής του δημοτικισμού (στη συνείδηση της κοινής γνώμης συγκαταλέγεται ‒μαζί με τον Γιάννη Ψυχάρη και τον Αλέξανδρο Πάλλη‒ στην ηγετική τριανδρία της αγωνιστικής περιόδου για την προάσπιση και επικράτηση της «γλώσσας της ζωής και γλώσσας της αλήθειας», όπως χαρακτήρισε τη δημοτική ο Κωστής Παλαμάς), θαρραλέος πρωτοπόρος της πνευματικής ανανέωσης και της γλωσσικής αναγέννησης του ελληνικού λαού, ο Εφταλιώτης υπήρξε γνωστή και τιμημένη μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων με επιτυχημένη πολύπλευρη παρουσία ‒ ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, δράμα, ιστορία, κριτική, μετάφραση.

ΣΑΠΦΩ

 

Δέδυκε μὲν ἁ σελάνα ...

 

Το φεγγαράκι εμίσεψε,

μεσάνυχτα σιμώνει,

οι ώρες φεύγουν και περνούν

κι εγώ κοιμούμαι μόνη ...

 

    Εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του πατέρα του (1866) και των επακόλουθων οικονομικών δυσχερειών της οικογένειας, αναγκάζεται από την εφηβική ηλικία να ξενιτευτεί και να εργαστεί στον τομέα του εμπορίου αρχικά στην Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια στο Μάντσεστερ, στο Λίβερπουλ, στη Βομβάη. Στο Λίβερπουλ γνωρίζει, ερωτεύεται και παντρεύεται (14 Σεπτεμβρίου 1881) την Αμερικανίδα Ελισάβετ / Ελάιζα Γκράχαμ με την οποία αποκτά τρία παιδιά. Τα ύστερα χρόνια του βίου του κουρασμένος σωματικά και ψυχικά (από κληρονομικό άσθμα, οικογενειακά προβλήματα, μακρά διαστήματα απουσίας από το αγαπημένο μητρικό νησί) αποσύρεται και εγκαθίσταται στην εύκρατη Αντίπολη (Antibes) της νότιας Γαλλίας έως τις 23 Ιουλίου 1923 που του κόβει το νήμα της ζωής ο «κορμοτεντωτής ο Χάρος». Με πρωτοβουλία του συντοπίτη του Γιώργου Βαλέτα ‒που μελέτησε εκτενώς και ανέδειξε όλο το έργο του αιώνιου νοσταλγού της Εφταλούς‒ τα οστά του μεταφέρονται στη γενέθλια γη και ενταφιάζονται στο εκεί παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων στις 17 Αυγούστου 1974.   

    Φιλομαθής, διαβασμένος, αυτοδίδακτος, πολυταξιδεμένος, εμφανίζεται στα νεοελληνικά  γράμματα με τη συλλογή ποιημάτων «Τραγούδια ξενιτευμένου» (σε καθαρή δημοτική γλώσσα, άρτια μορφή και χαριτωμένο, ανάλαφρο μουσικό ρυθμό), την οποία υποβάλλει στον Α΄ Φιλαδέλφειο διαγωνισμό και αποσπά έπαινο (1889)  ‒ έναν μόλις χρόνο μετά τη δημοσίευση του ψυχαρικού «Το Ταξίδι μου», το οποίο με το φλογερό κήρυγμά του ανάβει φωτιές και δίνει φτερά στην ψυχή του ευαίσθητου Εφταλιώτη παρέχοντάς του πνευματική αυτογνωσία, προσφέροντάς του εκφραστική διέξοδο κάτω από το γλωσσικό λάβαρο του μάχιμου δημοτικισμού, καθιστώντας τον πρωτοπόρο στη νεοελληνική ποιητική δημιουργία.

 

    Το 1891 συνθέτει τα δεκατετράστιχα (σονέτα) «Αγάπης λόγια»· αφιερωμένα στη σύζυγό του, έκδηλα επηρεασμένα από τα σονέτα του WilliamShakespeare, τα διακρίνει εσωτερική ενότητα, βαθιά μουσικότητα, καλλιεργημένη ποιητική γλώσσα ‒ άρτιος, ποιοτικά επεξεργασμένος ιαμβικός δεκατρισύλλαβος στίχος: 

                                     Ι

     Η ξενιτιά κι ο χωρισμός ‒ παλιοί μου πόνοι,

    πασκίζουν να σαλέψουνε το νου μου πάλι!

    Πάλι ένα θάμα γίνεται και με γλυτώνει

    απʼ του καημού τη φοβερή ανεμοζάλη.

 

    Πάλι με μάτια σφαλιχτά και τρομαγμένα

    θε να κλειστώ μες στης καρδιάς αυτής τα βάθη,

    θε να την κάνω σπιτικό στα μαύρα ξένα   

    και θε να τραγουδώ παλιές χαρές και πάθη.

 

    Κι όποιος περνά και γιʼ άπονη καρδιά την παίρνει

    δεν ξέρει τι καλοτυχιά και τι γαλήνη

    η αγάπη στη φουρτούνʼ αυτή απάνω φέρνει,

 

    τι λάδι πά στα κύματα σωτήριο χύνει.

    Κι αρχίζω πάλι, αγάπη μου, να σου το λέγω

    πως ζω και χαίρουμαι για σέ, για σέ σαν κλαίγω.

 

    Το 1894 εκδίδει τις «Νησιώτικες Ιστορίες», ηθογραφικά διηγήματα που τον αναδεικνύουν πρωτοπόρο και στην πεζογραφία· γραμμένες σε γνήσια, θερμή, κρυστάλλινη λογοτεχνική γλώσσα ‒«από τα ωραιότερα και μουσικότερα δείγματα δημοτικής που έχουν γραφτεί», κατά τον χαρακτηρισμό κριτικού‒ και με διαπιστωμένες αρετές τη βαθιά λαογνωσία τους, την αφηγηματική άνεση, τη ρομαντική συγκίνηση, τη νοσταλγία των προσωπικών αναμνήσεων του ξενιτεμένου δημιουργού τους, οι «Νησιώτικες ιστορίες» προκαλούν από την πρώτη στιγμή θετική εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό συστήνοντάς μας ποικίλους ανθρώπινους χαρακτήρες της αυθεντικής νησιώτικης ζωής: τον Μαρίνο Κοντάρα, την Αγγέλικα, τον Ζάνο Χαρίση, τη Στραβοκώσταινα, τον Τραμουντάνα, τον Βουβό, την Τρελή, τη Χαροκαμένη, τʼ Αντροκόριτσο, τον μπαρμπα-Γιάννη (με τον γάιδαρό του), αλλά και την Πρώτη αγάπη, την Κρυφή αγάπη, το Λαγούμι, τʼ Όμορφο χωριό, τον γάτο τον Άσπρο.  

    Το 1897 δημοσιεύει τις «Φυλλάδες του Γεροδήμου» επιτελώντας εθνική διδαχή με την ιστορία και τη διαφώτιση, καυτηριάζοντας παράλληλα την αμάθεια, την επιπολαιότητα, την ευπιστία και την αφέλεια του Ρωμιού με σκοπό εθνικοπαιδευτικό.

    Το 1899 τυπώνει το πεζογράφημα (νουβέλα) «Μαζώχτρα» μαζί με τα διηγήματα «Καλίτσα», «Μαριγή», έργα εμπνευσμένα από την τουρκοκρατούμενη πολύπαθη Κρήτη και την τραγική ιστορία της. 

    Πρωτοπορεί και στο θεατρικό δράμα δημοσιεύοντας το τρίπρακτο «Ο Βουρκόλακας» (1900), που μεταπλάθει δημιουργικά το αριστούργημα της δημοτικής παράδοσης «Το Τραγούδι του νεκρού αδερφού». 

    Το 1900 συνθέτει το μυθιστόρημα «Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης» με άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία για την ξενιτιά και τα πικρά βιώματά της, το οποίο για ευνόητους λόγους δεν θέλησε να δημοσιευτεί όσο ζούσε.   

    Το 1901 εκδίδει την «Ιστορία της Ρωμιοσύνης», της οποίας ο τίτλος προκαλεί σφοδρή αντιπαράθεση και οξύτατη αντίδραση ‒«εθνικό κακούργημα»,   «δημοτικιστική μωρία» χαρακτηρίζεται από τους πανεπιστημιακούς Γ. Μιστριώτη, Γ. Χατζιδάκι, Γ. Σωτηριάδη και Ν. Γ. Πολίτη‒ αναγκάζοντας τον Εφταλιώτη να αναστείλει τη σχεδιασμένη έκδοση των υπόλοιπων τόμων της ιστορικής σειράς και να διοχετεύσει το συγκεντρωμένο υλικό (απομυθοποιητικό για αρκετά πρόσωπα, θέματα, γεγονότα) σε μεταγενέστερες μελέτες του: «Ιστορικά Ξεγυμνώματα», «Οι Μεγάλοι μας Βυζαντινοί», «Μικρά Νεοελληνικά Ιστορήματα».

    Το τελευταίο διάστημα της ζωής του (1914 ‒ 1923) το αφιερώνει στη μετάφραση της ομηρικής «Οδύσσειας» σε στρωτή, καθαρή, εκφραστική δημοτική γλώσσα έχοντας ως πρότυπο την ανάλογη μετάφραση της «Ιλιάδας» από τον Αλέξανδρο Πάλλη· δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί τις ραψωδίες χ, ψ, ω, τις οποίες μεταφράζει αργότερα ο Νίκος Ποριώτης ολοκληρώνοντας το φιλόδοξο εγχείρημα.

    Επίλογος από τον ίδιο τον σεμνό και μειλίχιο βάρδο της Εφταλούς και τη γραφίδα του με ένα φυσιολατρικό «πεζοτράγουδό» του από το οποίο αναδύεται νοσταλγία για τη λατρεμένη του Λέσβο, όπου ακόμη και τʼ αηδόνια λαλούν αλλιώτικα απʼ ό,τι στην ξενιτιά:  

Τʼ αηδόνι

(περιοδικό «Νουμάς», 1921)

 

    Έπρεπε να τύχει κάτι αληθινά έχταχτο στη ζωή μου, για να ξαναπιάσω πένα, ας είναι και μια στιγμή. Ήμουν αποφασισμένος να μην ξαναλέω όσα είπα και νʼ αφήνω τις νεότερες ιδέες να παρασταίνουνται από νεότερες γενεές. Όμως δεν μπόρεσα αυτή τη φορά να σωπάσω. Κάτι με γαργάλιζε, κάτι με σκούνταε στο καλαμάρι και να με πάλε με την πένα στο χέρι από την πολλή τη χαρά μου, από τον ενθουσιασμό μου που ξανάκουσα αηδονιού κελάιδημα ύστερα από μισόν αιώνα παραπάνω.

    Πόσες φορές λαχτάρησα, τʼ ονειρεύτηκα, ως και ταξίδεψα για να πάω να τʼ ακούσω το χαριτωμένο αυτό πουλί. Αδύνατο στάθηκε. Πότε ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος, πότε ο τόπος. Έμεινα πάντα με τη λαχτάρα μου.

    Σαν κατέβηκα από τα βορινά μου λημέρια εδώ κάτου στις ήμερες ακρογιαλιές της μεσημβρινής Γαλλίας κι είδα τα πευκωμένα δάσια της και τα δροσάτα της περιβόλια, το συλλογίστηκα αμέσως το αηδόνι. Ήταν όμως ακόμα χειμώνας. Ρώτηξα λοιπόν μερικούς του τόπου αν έρχουνται τʼ αηδόνια κι εκεί το Μάη. Σα να με πήρανε, θαρρώ, για τρελό. Είπανε «ναι». Μα το είπανε αυτό το «ναι» τόσο αδιάφορα κι ασυγκίνητα, που δεν τους πολυπίστεψα. Τσίχλες πρέπει να είναι, είπα μέσα μου, και τις λένε αηδόνια.

    Τέλος πάντων, έρχεται ο Μάης. Τίποτα την πρώτη μέρα. Ένα βράδυ όμως ό τι πήγαινα να πλαγιάσω, σκοτεινά πια όξω κι ορθάνοιχτα τα παράθυρα, κάτι έρχεται στʼ αφτί μου, σαν είδος όνειρο, σαν ήχος παλιάς θύμησης, που αναπήδησαν αμέσως τα σωθικά μου σα να τα σάλευε κρυφός σεισμός πέρα ως πέρα. Τρέχω στο παράθυρο και στήνω τʼ  αφτί μου. Ήταν τʼ αηδόνι! Να το, αυτό είναι, δεν μπορεί να είναι άλλο πουλί. Άλλο πουλί δε λαλεί τέτοια ώρα. Έπειτα, άκου ‒ ποιο άλλο πουλί μπορούσε να λαλήσει με τέτοιον πόνο, να μας ψάλει την αγάπη του με τόσο τρυφερή, τρεμουλιαστή και σπαραχτική μελωδία; Λες και την αγάπη όλου του κόσμου ορμήνευε, λες κι έλεγε πως δεν είναι μονάχα ο άνθρωπος, όλα τα πουλιά κι όλα τα ζώα κι όλη η χτίση τον ίδιο τον καημό έχουνε κι ο καημός αυτός είναι η αγάπη. Η ίδια η αγάπη που σπαρταράει στην καρδιά μας με λογής λογής βαθιά νοήματα και λογισμούς, που ολοένα μας λιώνει κι ωστόσο μας ζωντανεύει.

    

    Μόνε λαλούσε κι έλεγε μʼ  ανθρώπινη λαλίτσα ...

 

    Να, που βγήκε σωστό και το τραγούδι που πάντα την αλήθεια μάς λέει.

    Κι όμως κάτι σα να έλειπε από του αηδονιού το λάλημα τη βραδιά εκείνη, κάτι που έλειπε κι όλες τις άλλες βραδιές και πρωινές που τʼ άκουσα και τʼ ακούγω ακόμα. Δεν έχει εκείνη την ανέπαυη, την ακούραστη ενέργεια που, α δε λαθεύω, την έχουν τα δικά μας τʼ αηδόνια. Έτσι, σαν να κουράζεται κάποτες και σα να μαζεύει δύναμη, για να ξαναρχίσει, να ξανασπαράξει την καρδιά μας. Ίσως, καθώς είπα, σφάλλω. Μα κάθε φορά που τʼ ακούγω μου ʼρχεται μαζί με τους άλλους γλυκούς ταραγμούς και τʼ  όνειρο ναν το ξανακούσω εκεί που το πρωτάκουσα, εκεί που δίδαξαν τʼ αηδόνια τον ποιητή τον Αρίονα. Εκεί είναι η πατρίδα τους. Εκεί κρέμεται σε κάποια ιτιά του Ορφέα η Λύρα.   

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις