Αφθώδης στη Λέσβο: Ενεργός ιός στη Συκαμιά – Τα δύο «Α» που καίνε τους κτηνοτρόφους
Αποζημιώσεις και Ανασύσταση παραμένουν μετέωρες, την ώρα που η επιζωοτία εξακολουθεί να δίνει νέα κρούσματα – Η ηχηρή παρέμβαση της Κτηνιατρικής Σχολής του ΑΠΘ και τα ερωτήματα που απαιτούν άμεσες απαντήσεις
Η επικαιρότητα μπορεί να στράφηκε σε άλλα θέματα. Ο αφθώδης πυρετός, όμως, δεν έφυγε από τη Λέσβο. Και κυρίως, δεν ξεχάστηκε από τους κτηνοτρόφους που έχασαν τα κοπάδια, το εισόδημα και ουσιαστικά την ίδια την επαγγελματική τους υπόσταση.
Το νέο περιστατικό στη Συκαμιά έρχεται να διαλύσει κάθε εικόνα εφησυχασμού. Χθες στο ένα από τα τρία κρούσματα ανιχνεύθηκε ενεργός ιός και όχι μόνο αντισώματα. ς. Πρόκειται για δεδομένα που αποδεικνύουν ότι ο ιός εξακολουθεί να κυκλοφορεί στο νησί και ότι η αλυσίδα μετάδοσης δεν έχει κοπεί.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 9 και στις 13 Ιουλίου, η Διεύθυνση Κτηνιατρικής είχε ανακοινώσει θετικές εκτροφές στα Μυστεγνά. Η διαδοχική εμφάνιση θετικών ευρημάτων σε διαφορετικές περιοχές δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς ούτε επικοινωνιακές αναγνώσεις των ημερήσιων δελτίων. Αρκεί μία θετική εκτροφή με ενεργό ιό για να παραμένει ολόκληρος ο μηχανισμός σε συναγερμό.
Το γεγονός ότι εντοπίζεται ενεργός ιός στα μέσα Ιουλίου είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι ξηρότερες συνθήκες γενικά περιορίζουν την περιβαλλοντική επιβίωση του ιού σε σύγκριση με τις ψυχρές και υγρές συνθήκες. Δεν τον εξαφανίζουν, όμως, όταν συνεχίζονται οι επαφές μεταξύ εκτροφών, οι μετακινήσεις ζώων, ανθρώπων, οχημάτων ή μολυσμένου εξοπλισμού.
Αν ο ιός δεν ελεγχθεί μέσα στους θερινούς μήνες και η Λέσβος εισέλθει στο φθινόπωρο με ενεργές εστίες, η κατάσταση μπορεί να γίνει ακόμη πιο δύσκολη. Ο ιός επιβιώνει περισσότερο σε οργανικά υλικά υπό δροσερές και υγρές συνθήκες, γεγονός που καθιστά το σημερινό χρονικό διάστημα ένα κρίσιμο επιχειρησιακό παράθυρο για την εκρίζωσή του.
Η μάχη επομένως δεν έχει τελειώσει. Και αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά, πριν η σιωπή και η κόπωση μετατραπούν σε επικίνδυνη χαλάρωση των μέτρων βιοασφάλειας.
Τα δύο «Α» που καίνε τους κτηνοτρόφους
Πέρα από τον άμεσο έλεγχο της νόσου, δύο είναι πλέον οι λέξεις που καθορίζουν την επόμενη ημέρα της κτηνοτροφίας της Λέσβου:
Αποζημιώσεις και Ανασύσταση.
Τα δύο «Α» που κρίνουν αν οι άνθρωποι οι οποίοι έχασαν τα ζώα τους θα μπορέσουν να επιστρέψουν στην παραγωγή ή αν θα εγκαταλείψουν οριστικά το επάγγελμα.
Πρώτο «Α»: Αποζημιώσεις
Στις 20 Απριλίου το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανακοίνωσε τέσσερις πυλώνες οικονομικής στήριξης:
- αποζημίωση για τα θανατωμένα ζώα,
- ενίσχυση για την απώλεια εισοδήματος,
- κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωοτροφών,
- αποζημίωση για το γάλα που καταστράφηκε ή δεν μπορούσε να διατεθεί.
Τότε είχε γίνει λόγος για διαδικασίες «γρήγορες και καθαρές». Το Υπουργείο ανακοίνωσε αργότερα ότι οι πρώτες αποζημιώσεις για θανατωμένα ζώα καταβλήθηκαν στο τέλος Απριλίου και ότι θα ακολουθούσε νέα πληρωμή τον Ιούνιο. Παράλληλα, οι αποζημιώσεις για χαμένο εισόδημα, ζωοτροφές και κατεστραμμένο γάλα προγραμματίζονταν για το καλοκαίρι.
Βρισκόμαστε πλέον στα μέσα Ιουλίου και η εικόνα που μεταφέρουν οι κτηνοτρόφοι είναι διαφορετική από εκείνη των κυβερνητικών ανακοινώσεων. Πολλοί παραγωγοί εξακολουθούν να περιμένουν κρίσιμες αποζημιώσεις και οικονομικές ενισχύσεις, ενώ η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου ζητά να πληρωθούν άμεσα όλα τα θανατωμένα ζώα, επισημαίνοντας ότι οι κωδικοί των εκτροφών και ο αριθμός των ζώων είναι ήδη επίσημα καταγεγραμμένοι.
Παραμένουν επίσης σοβαρές εκκρεμότητες γύρω από την κάλυψη του κόστους των ζωοτροφών, την απώλεια εισοδήματος και τις συνδεδεμένες ή άλλες ενισχύσεις. Οι περιορισμοί στη βόσκηση αύξησαν δραματικά το λειτουργικό κόστος των μονάδων, την ώρα που οι παραγωγοί έχασαν τη σημαντικότερη περίοδο γαλακτοπαραγωγής.
Για έναν κτηνοτρόφο που είδε εκατοντάδες ζώα να θανατώνονται, η αποζημίωση δεν είναι επίδομα. Δεν είναι χάρη ούτε κοινωνικό βοήθημα.
Είναι το κεφάλαιο που χρειάζεται για να πληρώσει τις υποχρεώσεις του, να συντηρήσει την οικογένειά του και –εφόσον του επιτραπεί– να ξαναστήσει την εκμετάλλευσή του.
Κάθε μήνας καθυστέρησης τον απομακρύνει από την παραγωγή. Και όσο περισσότερο μένει χωρίς ζώα και εισόδημα, τόσο πιθανότερο είναι να μη γυρίσει ποτέ στο επάγγελμα.
Δεύτερο «Α»: Ανασύσταση
Η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αόριστη υπόσχεση για το μέλλον.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να τοποθετηθούν αύριο νέα ζώα σε περιοχές όπου κυκλοφορεί ενεργός ιός. Αυτό θα ήταν επιστημονικά και οικονομικά καταστροφικό.
Αυτό που απαιτείται, όμως, είναι να παρουσιαστεί τώρα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, ώστε κάθε παραγωγός να γνωρίζει:
- πότε και υπό ποιες υγειονομικές προϋποθέσεις θα επιτραπεί η επανεκκίνηση,
- ποιες περιοχές μπορούν να καθαρίσουν πρώτες,
- ποιος θα χρηματοδοτήσει την αγορά νέων ζώων,
- πώς θα προστατευτεί η τοπική φυλή προβάτου Λέσβου,
- πώς θα αποτιμηθεί η πραγματική παραγωγική και γενετική αξία των κοπαδιών που χάθηκαν,
- τι εισόδημα θα έχει ο κτηνοτρόφος μέχρι την πρώτη νέα γαλακτική περίοδο,
- τι θα συμβεί με τους Νέους Αγρότες και όσους έχουν επενδυτικές ή άλλες συμβατικές υποχρεώσεις.
Χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, η «ανασύσταση» κινδυνεύει να μείνει μια λέξη σε υπουργικά δελτία Τύπου.
Η ηχηρή προειδοποίηση του ΑΠΘ
Το ομόφωνο ψήφισμα της Συνέλευσης του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, που εκδόθηκε στις 10 Ιουλίου, έρχεται να επιβεβαιώσει με επιστημονικό και θεσμικό τρόπο αυτό που οι παραγωγοί φωνάζουν εδώ και μήνες.
Η Κτηνιατρική Σχολή ζητά την άμεση εκπόνηση και δημοσιοποίηση ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου ανασύστασης των εκτροφών και επανεκκίνησης της παραγωγικής δραστηριότητας, με σαφή χρονοδιαγράμματα, τεχνική υποστήριξη και επαρκή χρηματοδότηση.
Παράλληλα, ζητά ενεργητική επιδημιολογική επιτήρηση, συστηματικές δειγματοληψίες, ενίσχυση των κτηνιατρικών υπηρεσιών και θεσμοθέτηση σταθερού διαλόγου ανάμεσα στην Πολιτεία, στους κτηνοτρόφους, στην επιστημονική κοινότητα και στη γαλακτοβιομηχανία.
Η επισήμανση του ΑΠΘ είναι απολύτως ξεκάθαρη: ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο να χαθούν περισσότερα ζώα. Είναι να χαθούν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι.
Ένα κοπάδι, με αρκετά χρήματα και σωστό σχεδιασμό, μπορεί να δημιουργηθεί ξανά. Ένας άνθρωπος όμως που αναγκάστηκε να φύγει από το επάγγελμα, να πουλήσει τον εξοπλισμό του ή να αναζητήσει άλλη εργασία, δύσκολα επιστρέφει.
Και μαζί του χάνεται γνώση δεκαετιών, χάνονται οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, εγκαταλείπονται βοσκότοποι και αποδυναμώνονται ολόκληρα χωριά.
Οι απαντήσεις που πρέπει να δοθούν τώρα
Τέσσερις μήνες μετά την επιβεβαίωση του πρώτου κρούσματος στη Λέσβο, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης οφείλει να παρουσιάσει δημόσια και αναλυτικά:
- Πόσοι κτηνοτρόφοι έχουν αποζημιωθεί μέχρι σήμερα και για πόσα ζώα.
- Πόσοι παραμένουν απλήρωτοι και ποιο είναι το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα εξόφλησής τους.
- Πότε θα καταβληθούν οι ενισχύσεις για ζωοτροφές, χαμένο εισόδημα και κατεστραμμένο γάλα.
- Ποιο είναι το συνολικό κόστος της ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου της Λέσβου.
- Με ποια επιδημιολογικά κριτήρια και ανά ποιες ζώνες θα ξεκινήσει η επανεκκίνηση.
- Ποιο είναι το σχέδιο σε περίπτωση που συνεχιστούν τα ενεργά κρούσματα και μετά το καλοκαίρι.
Δεν αρκούν πλέον γενικές διαβεβαιώσεις ότι «οι δεσμεύσεις θα τηρηθούν». Χρειάζονται αριθμοί, ημερομηνίες, αποφάσεις και εγκεκριμένες πιστώσεις.
Ο αφθώδης πυρετός μπορεί να έφυγε από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων. Δεν έφυγε όμως από τη Σκαμιά, την Κάπη, τα Μυστεγνά και τις αυλές των κτηνοτρόφων που περιμένουν να μάθουν αν υπάρχει μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους.
Το ενεργό εύρημα στη Σκαμιά είναι μια τελευταία, ηχηρή προειδοποίηση. Η νόσος δεν αντιμετωπίστηκε ακόμη. Η παραγωγική πληγή παραμένει ανοιχτή και ο χρόνος λειτουργεί πλέον εις βάρος της Λέσβου.
Οι αποζημιώσεις πρέπει να ολοκληρωθούν άμεσα και το σχέδιο ανασύστασης να παρουσιαστεί τώρα – όχι όταν θα έχει χαθεί ακόμη μία παραγωγική χρονιά.
Και μια θετική εξέλιξη
Η μοναδική θετική εξέλιξη, ύστερα από τόσους μήνες περιορισμών και οικονομικής ασφυξίας, αφορά τα μικρά τυροκομεία της Λέσβου. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ανακοινωθούν οι λεπτομέρειες για το άνοιγμα της δυνατότητας διακίνησης των προϊόντων τους, τα οποία παράγονται σε παστεριωτήρα ανοιχτού τύπου. Πρόκειται για μια σημαντική ανάσα για τις μικρές μεταποιητικές μονάδες του νησιού, οι οποίες έχουν βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, χωρίς ωστόσο η εξέλιξη αυτή να αναιρεί τη συνολική εικόνα αβεβαιότητας που εξακολουθεί να επικρατεί στην κτηνοτροφία και την τοπική παραγωγή. (up date διαβάστε εδώ)