|

Απάντηση από το Υπουργείο: 70.220 θανατώσεις στη Λέσβο – Πολιτική επιλογή η εκρίζωση χωρίς εμβολιασμό

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Αθανάσιος Καββαδάς απαντά επισήμως στη Βουλή για τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο, τη μη εφαρμογή επείγοντος εμβολιασμού, τις μαζικές θανατώσεις ζώων και τις αποζημιώσεις των πληγέντων κτηνοτρόφων.

Η απάντηση φέρει ημερομηνία 24 Ιουλίου 2026, αριθμό πρωτοκόλλου 197669 και δόθηκε στην υπ’ αριθμόν 6739/708/6-7-2026 Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων που είχε υποβάλει ο βουλευτής Ν. Παπαδόπουλος.

Από το έγγραφο προκύπτει μια κρίσιμη διάκριση, η οποία πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητή στους κτηνοτρόφους:

Η θανάτωση των ζώων σε μια εκμετάλλευση όπου επιβεβαιώνεται ο αφθώδης πυρετός αποτελεί υποχρεωτικό υγειονομικό μέτρο, βάσει της εθνικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Δεν ήταν μια απόφαση που μπορούσε απλώς να αποφύγει η Περιφέρεια ή το Υπουργείο.

Αυτό που αποτέλεσε επιλογή των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών ήταν η συνολική στρατηγική αντιμετώπισης της επιζωοτίας: να επιχειρηθεί δηλαδή η εκρίζωση της νόσου με θανατώσεις, περιορισμούς, απολυμάνσεις και επιτήρηση, χωρίς να ενεργοποιηθεί παράλληλα επείγων εμβολιασμός. Ουσιαστικά πρόκειται για πολιτική επιλογή.

Μέχρι τη σύνταξη της απάντησης είχαν θανατωθεί στη Λέσβο 70.220 ζώα, ενώ οι αποζημιώσεις που είχαν καταβληθεί ανέρχονταν σε 726.038 ευρώ.

Μέχρι τις 2 Ιουλίου δεν είχε ζητηθεί η αποστολή εμβολίων

Το Υπουργείο επιβεβαιώνει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του όταν ενημέρωνε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέχρι τις 2 Ιουλίου 2026 δεν είχε υποβληθεί επίσημο αίτημα από την Ελλάδα για την ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Αντιγόνων και τη διάθεση εμβολίων κατά του αφθώδους πυρετού.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σημαίνει ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία η χώρα δεν είχε περάσει από τη συζήτηση και την προετοιμασία στην επίσημη διαδικασία εξασφάλισης εμβολίων από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό.

Το ΥΠΑΑΤ εξηγεί, ωστόσο, ότι τα εμβόλια δεν αποστέλλονται αυτόματα μόλις δηλωθεί ένα κρούσμα αφθώδους πυρετού. Για να ενεργοποιηθεί η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Αντιγόνων πρέπει να προηγηθούν συγκεκριμένα βήματα:

Να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση για την εφαρμογή επείγοντος εμβολιασμού, να καταρτιστεί αναλυτικό σχέδιο εμβολιασμού και στη συνέχεια το σχέδιο να αξιολογηθεί σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με απλά λόγια, για να ζητήσει η Ελλάδα εμβόλια έπρεπε πρώτα να έχει αποφασίσει ότι ο εμβολιασμός αποτελεί μέρος της στρατηγικής της. Αυτή η απόφαση δεν είχε ληφθεί έως τις 2 Ιουλίου.

Η στρατηγική που επιλέχθηκε για τη Λέσβο

Σύμφωνα με την απάντηση, η αντιμετώπιση της επιζωοτίας στηρίχθηκε στην εφαρμογή της εθνικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, με στόχο την εκρίζωση της νόσου μέσω μιας σειράς αυστηρών μέτρων.

Τα μέτρα που περιγράφει το Υπουργείο περιλάμβαναν την άμεση θανάτωση των ζώων στις προσβεβλημένες εκμεταλλεύσεις, τη σωστή διαχείριση των νεκρών ζώων και των πιθανώς μολυσμένων υλικών, τον καθαρισμό και την απολύμανση των μονάδων, την επιδημιολογική έρευνα και την ιχνηλάτηση των εστιών.

Περιλάμβαναν επίσης περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων και ζωικών προϊόντων, τη δημιουργία ζωνών προστασίας και επιτήρησης, την επιβολή πρόσθετων απαγορευμένων ζωνών και την ενίσχυση της κλινικής και εργαστηριακής επιτήρησης.

Το Υπουργείο αναφέρει καθαρά ότι ο επείγων εμβολιασμός δεν αποτέλεσε την αρχική στρατηγική για τη Λέσβο.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες εκτίμησαν ότι η νόσος μπορούσε να εκριζωθεί με τα προβλεπόμενα υγειονομικά μέτρα, χωρίς να χρειαστεί εμβολιασμός. Υποστηρίζεται ακόμη ότι η επιλογή αυτή θα απέτρεπε πρόσθετους περιορισμούς και θα επέτρεπε την ταχύτερη επιστροφή της χώρας στο καθεστώς απαλλαγής από τον αφθώδη πυρετό. Επομένως, η επίσημη θέση του ΥΠΑΑΤ είναι ότι οι θανατώσεις στις θετικές μονάδες ήταν υποχρεωτικές, ενώ η απόφαση να αντιμετωπιστεί η επιζωοτία χωρίς επείγοντα εμβολιασμό ήταν αποτέλεσμα της επιδημιολογικής στρατηγικής που επιλέχθηκε από το Υπουργείο.

Τα έξι στοιχεία που εξετάστηκαν πριν απορριφθεί ο εμβολιασμός ως αρχική λύση

Το Υπουργείο αναφέρει ότι κατά την αρχική φάση της επιζωοτίας αξιολογήθηκαν έξι βασικοί παράγοντες.

Πρώτον, εξετάστηκε η γεωγραφική εξάπλωση της νόσου στο νησί της Λέσβου.

Δεύτερον, αξιολογήθηκε η δυνατότητα να εφαρμοστούν άμεσα τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα, όπως οι θανατώσεις, οι ταφές, οι καθαρισμοί, οι απολυμάνσεις και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις.

Τρίτον, εξετάστηκε ο αριθμός των εστιών, η εξέλιξή τους και η γεωγραφική διασπορά τους.

Τέταρτον, υπολογίστηκε κατά πόσο υπήρχε δυνατότητα γρήγορης θανάτωσης των ζώων και ασφαλούς υγειονομικής ταφής ή άλλης εγκεκριμένης μεθόδου διαχείρισης των νεκρών ζώων.

Πέμπτον, εξετάστηκε εάν υπήρχε επαρκές και σταθερό ανθρώπινο δυναμικό για να οργανωθεί, να εφαρμοστεί και να επιτηρηθεί ένα μαζικό πρόγραμμα επείγοντος εμβολιασμού.

Έκτον, αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις που θα είχε ο εμβολιασμός στην επιτήρηση της νόσου, στην επιστροφή της χώρας στο καθεστώς απαλλαγής από τον αφθώδη πυρετό και στο εμπόριο ζώων και ζωικών προϊόντων.

Το Υπουργείο υποστηρίζει ότι από τη συνεκτίμηση αυτών των δεδομένων προέκυψε η επιλογή να συνεχιστεί η εκρίζωση χωρίς εμβολιασμό.

Δεν απορρίφθηκε οριστικά ο εμβολιασμός

Η απάντηση διευκρινίζει ότι η μη υποβολή αιτήματος για εμβόλια κατά την αρχική φάση της επιζωοτίας δεν σημαίνει ότι ο επείγων εμβολιασμός απορρίφθηκε οριστικά ως εργαλείο αντιμετώπισης.

Σύμφωνα με το ΥΠΑΑΤ, η μη ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Αντιγόνων αντανακλούσε τη στρατηγική που είχε επιλεγεί εκείνη τη χρονική περίοδο, με βάση τα τότε διαθέσιμα επιδημιολογικά στοιχεία. Το ενδεχόμενο του επείγοντος εμβολιασμού εξετάστηκε από τις αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής, στο πλαίσιο της συνεχούς αξιολόγησης της επιζωοτίας και των διαθέσιμων μέτρων ελέγχου. Το Υπουργείο καταλήγει, όμως, ότι η εξέλιξη των δεδομένων και η στρατηγική εκρίζωσης εξακολουθούσαν να καθιστούν τη μη εφαρμογή εμβολιασμού την πλέον ενδεδειγμένη επιλογή.

Σημειώνεται, μάλιστα, ότι από το Τμήμα Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων είχε καταρτιστεί σχέδιο επείγοντος εμβολιασμού. Δηλαδή, υπήρχε σχέδιο διαθέσιμο, αλλά δεν λήφθηκε η απόφαση να εφαρμοστεί και δεν υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο εμβολιασμός δεν θα έσωζε τα ήδη μολυσμένα κοπάδια

Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της απάντησης αφορά το τι θα συνέβαινε στις μονάδες που είχαν ήδη επιβεβαιωθεί ως θετικές, ακόμη και αν είχε αποφασιστεί εμβολιασμός. Το Υπουργείο ξεκαθαρίζει ότι ο επείγων εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός, αλλά ταυτόχρονα δεν αντικαθιστά τη θανάτωση των ήδη μολυσμένων ζώων.

Αυτό σημαίνει ότι τα ζώα μιας θετικής μονάδας θα θανατώνονταν ούτως ή άλλως. Το εμβόλιο δεν αποτελεί θεραπεία για ένα κοπάδι στο οποίο έχει ήδη επιβεβαιωθεί ο αφθώδης πυρετός. Παράλληλα, η εφαρμογή εμβολιασμού δεν θα καταργούσε τις ζώνες προστασίας, τους περιορισμούς στις μετακινήσεις, την ιχνηλάτηση, τις απολυμάνσεις και τα υπόλοιπα μέτρα που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Για τους κτηνοτρόφους, επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο εμβολιασμός θα απέτρεπε τη θανάτωση ενός κοπαδιού που είχε ήδη βρεθεί θετικό. Δεν θα την απέτρεπε.

Το ερώτημα είναι αν ένας στοχευμένος εμβολιασμός γύρω από τις εστίες θα μπορούσε να περιορίσει τη μετάδοση του ιού σε υγιείς μονάδες και να μειώσει τον αριθμό των νέων εστιών και των επόμενων θανατώσεων.

Σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα η απάντηση του Υπουργείου δεν παρουσιάζει συγκεκριμένη εκτίμηση για το πόσα κοπάδια ενδεχομένως θα μπορούσαν να προστατευθούν ή ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα ενός εναλλακτικού σχεδίου εμβολιασμού.

Γιατί το Υπουργείο επικαλείται την Κύπρο

Στην απάντηση γίνεται ειδική αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να εξηγηθεί γιατί διαφορετικές περιοχές μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική στρατηγική απέναντι στον αφθώδη πυρετό.

Το ΥΠΑΑΤ υποστηρίζει ότι οι επιδημιολογικές συνθήκες και η εκτίμηση κινδύνου στην Κύπρο δεν ήταν ίδιες με εκείνες της Λέσβου.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συνεχή πιθανότητα επανεισαγωγής της νόσου από τις μη ελεγχόμενες περιοχές της Κύπρου. Σύμφωνα με το Υπουργείο, αυτό καθιστά δυσκολότερη την εκρίζωση της νόσου αποκλειστικά με θανατώσεις και υγειονομικά μέτρα και αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την επιλογή της στρατηγικής.

Η αναφορά στην Κύπρο επιβεβαιώνει πάντως ότι ο επείγων εμβολιασμός αποτελεί διαθέσιμο εργαλείο και μπορεί να εφαρμοστεί όταν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι οι συνθήκες το απαιτούν. Δεν πρόκειται για μέτρο που απαγορεύεται, αλλά για μέτρο που δεν επιλέχθηκε στη Λέσβο.

Οι εμπορικές συνέπειες του εμβολιασμού

Το Υπουργείο δίνει ιδιαίτερο βάρος στις εμπορικές επιπτώσεις που θα προκαλούσε η εφαρμογή επείγοντος εμβολιασμού.

Η Ελλάδα θα έχανε το καθεστώς της χώρας που είναι απαλλαγμένη από τον αφθώδη πυρετό χωρίς εμβολιασμό. Η απώλεια αυτού του καθεστώτος θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικούς περιορισμούς στις εξαγωγές ζωντανών ζώων και προϊόντων ζωικής προέλευσης.

Στις πιθανές συνέπειες περιλαμβάνονται και περιορισμοί στα γαλακτοκομικά προϊόντα, ζήτημα ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Λέσβο, όπου ολόκληρη η τοπική οικονομία συνδέεται με την παραγωγή γάλακτος, φέτας, λαδοτυριού και άλλων τυροκομικών προϊόντων.

Για να αποκτήσει ξανά η χώρα το καθεστώς απαλλαγής από τον αφθώδη πυρετό θα έπρεπε να ακολουθηθούν όλες οι διαδικασίες που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και τα διεθνή πρότυπα.

Αυτό θα απαιτούσε να περάσει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα χωρίς ενεργή κυκλοφορία του ιού και η απουσία του να αποδειχθεί με κλινική και ορολογική επιτήρηση.

Τα εμβόλια δεν προσφέρουν μόνιμη προστασία

Το ΥΠΑΑΤ αναφέρει επίσης ότι η προστασία που προσφέρουν τα εμβόλια κατά του αφθώδους πυρετού έχει περιορισμένη διάρκεια.

Για να διατηρηθεί η προστασία των ζώων θα απαιτούνταν επαναληπτικοί εμβολιασμοί, ανάλογα με τις προδιαγραφές του εμβολίου και τις επιδημιολογικές συνθήκες που θα επικρατούσαν στο νησί.

Επομένως, δεν θα επρόκειτο για μία απλή και μοναδική επέμβαση. Θα χρειαζόταν οργανωμένο πρόγραμμα, επαρκής αριθμός κτηνιάτρων, συνεχής παρακολούθηση, επαναληπτικές δόσεις και πλήρης καταγραφή των εμβολιασμένων ζώων.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το Υπουργείο αναφέρει ως βασικό κριτήριο την επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού για την εφαρμογή και την επιτήρηση μαζικού προγράμματος εμβολιασμού.

Ο επίσημος απολογισμός: 70.220 ζώα θανατώθηκαν

Η μεγαλύτερη είδηση της απάντησης βρίσκεται στον επίσημο αριθμό των θανατώσεων.

Το Υπουργείο αναφέρει ότι μέχρι τη σύνταξη του εγγράφου είχαν θανατωθεί 70.220 ζώα.

Πρόκειται για την επίσημη επιβεβαίωση της τεράστιας καταστροφής που έχει υποστεί η λεσβιακή κτηνοτροφία. Ο αριθμός βρίσκεται πολύ κοντά στις εκτιμήσεις που είχαν ήδη δημοσιοποιήσει εκπρόσωποι των κτηνοτρόφων και επιβεβαιώνει ότι ολόκληρες παραγωγικές μονάδες έχουν σβήσει από τον χάρτη.

Πίσω από τα 70.220 ζώα βρίσκονται οικογένειες που έχασαν σε λίγες ημέρες κοπάδια τα οποία δημιουργούσαν επί δεκαετίες. Βρίσκονται μονάδες χωρίς παραγωγή γάλακτος, κτηνοτρόφοι χωρίς καθημερινό εισόδημα, χωριά με μειωμένη οικονομική δραστηριότητα και τυροκομεία που χάνουν σημαντικό μέρος της πρώτης ύλης τους.

Το μέγεθος της ζημιάς δεν περιορίζεται στην αξία των ζώων που θανατώθηκαν. Περιλαμβάνει την απώλεια γάλακτος, την απώλεια παραγωγής, τις ζωοτροφές που είχαν ήδη αγοραστεί, τις οικονομικές υποχρεώσεις των εκμεταλλεύσεων και τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να δημιουργηθούν ξανά παραγωγικά κοπάδια.

Πώς υπολογίζεται η αποζημίωση των ζώων

Το Υπουργείο αναφέρει ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται στους κτηνοτρόφους για τα ζώα που θανατώθηκαν υπολογίζεται ανάλογα με την ηλικιακή κατηγορία των ζώων κατά τη στιγμή της θανάτωσης.

Τα ποσά καθορίζονται από την ισχύουσα Κοινή Υπουργική Απόφαση.

Η απάντηση, όμως, αναφέρεται κυρίως στην αποζημίωση του θανατωμένου ζωικού κεφαλαίου. Δεν παρουσιάζει έναν ολοκληρωμένο υπολογισμό για τη συνολική οικονομική ζημιά κάθε εκμετάλλευσης ούτε προσδιορίζει το ποσό που θα καλύψει την απώλεια εισοδήματος μέχρι την ανασύσταση των κοπαδιών.

Αυτό αποτελεί βασικό αίτημα των κτηνοτρόφων και του Παλλεσβιακού Φορέα, ο οποίος έχει ζητήσει αναλυτική ενημέρωση για το συνολικό πακέτο των 38,1 εκατομμυρίων ευρώ, τις αποζημιώσεις για το ζωικό κεφάλαιο, την απώλεια εισοδήματος, τις ζωοτροφές, το κατεστραμμένο γάλα και τα πρόσθετα λειτουργικά κόστη των μονάδων.

Μόλις 726.038 ευρώ είχαν καταβληθεί

Σύμφωνα με την απάντηση του υφυπουργού, μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή είχαν καταβληθεί αποζημιώσεις συνολικού ύψους 726.038 ευρώ.

Το Υπουργείο αναφέρει ότι προβλέπεται να καταβληθούν πρόσθετα ποσά το επόμενο διάστημα, ανάλογα με την πρόοδο των σχετικών διοικητικών διαδικασιών.

Η αναφορά αυτή δείχνει ότι, ενώ οι θανατώσεις είχαν φτάσει τα 70.220 ζώα, η διαδικασία των πληρωμών βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.

Δεν αναφέρεται στο έγγραφο πόσοι κτηνοτρόφοι είχαν αποζημιωθεί, πόσοι φάκελοι παρέμεναν σε εκκρεμότητα, ποια ήταν η μέση αποζημίωση ανά ζώο και πότε θα ολοκληρώνονταν οι πληρωμές.

Δεν προσδιορίζεται επίσης συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την αποζημίωση της απώλειας εισοδήματος και για την οικονομική στήριξη των μονάδων μέχρι να μπορέσουν να αποκτήσουν ξανά ζώα και να επιστρέψουν στην παραγωγή.

Άγνωστη ακόμη η ευρωπαϊκή συμμετοχή

Η απάντηση ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί το συνολικό ποσό της χρηματοδοτικής συνδρομής που θα λάβει η Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το τελικό ποσό θα καθοριστεί αφού ολοκληρωθεί η διαχείριση της επιζωοτίας και η χώρα υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλυτικά στοιχεία για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει ποιες από αυτές τις δαπάνες είναι επιλέξιμες. Στη συνέχεια θα υπογραφεί σχετική Συμφωνία Επιχορήγησης, η οποία θα καθορίσει το ποσό των επιλέξιμων δαπανών, το ποσοστό ευρωπαϊκής συγχρηματοδότησης και την τελική χρηματοδοτική συνδρομή.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα αρχικά καλύπτει και καταγράφει τις δαπάνες και στη συνέχεια διεκδικεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση την επιστροφή του επιλέξιμου μέρους τους.

Μέχρι την ημερομηνία της απάντησης δεν ήταν γνωστό ούτε το τελικό ύψος των δαπανών ούτε το ποσοστό που θα καλυφθεί από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.

Τα χρηματοδοτικά εργαλεία που εξετάζει η κυβέρνηση

Το Υπουργείο αναφέρει ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί και θα συνεχίσει να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό και επιχειρησιακό εργαλείο.

Οι παρεμβάσεις που εξετάζονται αφορούν την αντιμετώπιση και την εκρίζωση της νόσου, την αποζημίωση των κτηνοτρόφων για το ζωικό κεφάλαιο που θανατώθηκε και τη χρηματοδότηση των επιλέξιμων κτηνιατρικών δαπανών.

Προβλέπεται επίσης στήριξη των εκμεταλλεύσεων που επλήγησαν από τους περιορισμούς, αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου και της παραγωγικής δραστηριότητας, καθώς και ενίσχυση των κτηνιατρικών υπηρεσιών και των μηχανισμών επιτήρησης.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι δυνατότητες χρηματοδότησης μέσω μέτρων έκτακτης ανάγκης για την κτηνοτροφία, των διαθέσιμων εργαλείων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, έκτακτων ευρωπαϊκών παρεμβάσεων στήριξης της αγοράς και κάθε άλλου διαθέσιμου ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού μηχανισμού.

Η διατύπωση του Υπουργείου δείχνει ότι ορισμένες από τις παρεμβάσεις βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της εξέτασης και δεν έχουν μετατραπεί όλες σε συγκεκριμένες αποφάσεις, ποσά και ημερομηνίες πληρωμής.

Ενίσχυση των κτηνιατρικών υπηρεσιών

Για την ενίσχυση της επιχειρησιακής δυνατότητας των τοπικών κτηνιατρικών υπηρεσιών, το ΥΠΑΑΤ αναφέρει ότι διατέθηκαν στη Λέσβο στρατιωτικοί κτηνίατροι, κτηνίατροι του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθώς και προσωπικό του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ.

Η ενίσχυση αυτή κρίθηκε απαραίτητη λόγω του μεγάλου αριθμού εκτροφών που έπρεπε να ελεγχθούν, των συνεχών ιχνηλατήσεων, των δειγματοληψιών, των θανατώσεων, των απολυμάνσεων και της επιτήρησης των ζωνών προστασίας.

Η απάντηση δεν αναφέρει, όμως, τον ακριβή αριθμό των κτηνιάτρων που υπηρετούσαν κάθε χρονική περίοδο, ούτε αξιολογεί αν η ενίσχυση έγινε εγκαίρως και αν ήταν επαρκής για το μέγεθος της κρίσης.

Συνεχής ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το Υπουργείο αναφέρει ότι βρίσκεται σε τακτική επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω των συνεδριάσεων της Μόνιμης Επιτροπής Φυτών, Ζώων, Τροφίμων και Ζωοτροφών, της γνωστής ευρωπαϊκής επιτροπής SCoPAFF.

Στις συνεδριάσεις αυτές εξετάζονται αναλυτικά η εξέλιξη της επιζωοτίας, τα μέτρα που εφαρμόζει η Ελλάδα, η αποτελεσματικότητά τους και η συμμόρφωση της χώρας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση της κρίσης στη Λέσβο δεν αποτελεί αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση. Η πορεία της νόσου και τα μέτρα που λαμβάνονται παρακολουθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το ερώτημα μετά τις νέες εστίες

Η απάντηση του Υπουργείου εξηγεί αναλυτικά γιατί δεν επιλέχθηκε ο εμβολιασμός κατά την αρχική περίοδο της επιζωοτίας. Δεν παρουσιάζει, όμως, συγκεκριμένο χρονολόγιο για το πότε και πόσες φορές επανεξετάστηκε αυτή η επιλογή καθώς μεταβάλλονταν τα δεδομένα.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο μετά το νεότερο έγγραφο του ΥΠΑΑΤ, με αριθμό πρωτοκόλλου 194745 και ημερομηνία 23 Ιουλίου 2026, στο οποίο καταγράφονταν εννέα νέες εστίες μέσα σε δύο εβδομάδες, θετικά αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων PCR και επανεμφάνιση της νόσου σε περιοχές που προηγουμένως είχαν δώσει αρνητικά αποτελέσματα.

Από τη μία πλευρά, το Υπουργείο υποστηρίζει ότι η εκρίζωση χωρίς εμβολιασμό ήταν η καταλληλότερη στρατηγική. Από την άλλη, τα νεότερα επίσημα στοιχεία έδειχναν ότι ο ιός εξακολουθούσε να εμφανίζεται και να επιστρέφει σε διαφορετικές περιοχές του νησιού.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί δεν ζητήθηκαν εμβόλια στην αρχή. Είναι αν η αρχική επιλογή επανεξετάστηκε έγκαιρα μετά τις νέες εστίες, με ποια επιδημιολογικά δεδομένα κρίθηκε ότι εξακολουθούσε να είναι αποτελεσματική και ποια ήταν τα όρια πέρα από τα οποία θα ενεργοποιούνταν το ήδη καταρτισμένο σχέδιο επείγοντος εμβολιασμού.

Τι προκύπτει τελικά από την απάντηση

Η απάντηση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Αθανάσιου Καββαδά δίνει για πρώτη φορά συγκεντρωμένα ορισμένες καθαρές απαντήσεις.

Η θανάτωση των ζώων μέσα στις επιβεβαιωμένα μολυσμένες εκμεταλλεύσεις ήταν υποχρεωτική και θα εφαρμοζόταν ακόμη και αν είχε αποφασιστεί επείγων εμβολιασμός.

Η εφαρμογή ή όχι εμβολιασμού, όμως, δεν ήταν υποχρεωτική. Ήταν επιλογή της αρμόδιας κτηνιατρικής διοίκησης, η οποία εκτίμησε ότι ο ιός μπορούσε να εκριζωθεί με θανατώσεις, περιορισμούς, απολυμάνσεις, ιχνηλάτηση και αυξημένη επιτήρηση.

Μέχρι τις 2 Ιουλίου η Ελλάδα δεν είχε ζητήσει την ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Αντιγόνων. Παράλληλα, υπήρχε καταρτισμένο σχέδιο επείγοντος εμβολιασμού, το οποίο δεν ενεργοποιήθηκε.

Μέχρι τη σύνταξη της απάντησης είχαν θανατωθεί 70.220 ζώα και είχαν καταβληθεί αποζημιώσεις 726.038 ευρώ, χωρίς να έχει ακόμη καθοριστεί το τελικό ποσό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

Το Υπουργείο περιγράφει τις νομικές, επιδημιολογικές και εμπορικές αιτίες της επιλογής του. Αυτό που απομένει να απαντηθεί πλήρως είναι αν η συγκεκριμένη στρατηγική απέδωσε στην πράξη και ποιο είναι το σχέδιο ώστε να μη χαθούν άλλα κοπάδια και να μπορέσουν οι κτηνοτρόφοι που καταστράφηκαν να ξαναστήσουν τις μονάδες τους.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις