Τουρκική «μέγγενη» στη Φέτα ΠΟΠ: Συναγερμός για τη Λέσβο, το μοναδικό νησί που παράγει ΠΟΠ Φέτα
Η Φέτα ΠΟΠ, η κορωνίδα της λεσβιακής κτηνοτροφίας, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης υπόθεσης. Μετά το βαρύ πλήγμα του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο, έρχεται τώρα η απειλή των τουρκικών απομιμήσεων που κυκλοφορούν με την ονομασία «FETA». Και το ερώτημα είναι απλό: η Ελλάδα θα αντιδράσει ή θα παρακολουθεί το εθνικό της προϊόν να αποδυναμώνεται διεθνώς;
Το θέμα δεν εμφανίστηκε χθες. Υπάρχει επίσημη προειδοποίηση ήδη από τις 20 Οκτωβρίου 2025, όταν το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη ενημέρωσε το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για τη χρήση της ονομασίας “FETA” σε τυριά που παράγονται και διατίθενται στην Τουρκία. Στο έγγραφο αναφέρονται συγκεκριμένα προϊόντα με τις ονομασίες “Urfarm Feta” και “Awassi FETA”, τα οποία πωλούνταν σε καταστήματα της αλυσίδας Macro Center αλλά και διαδικτυακά.
Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, τα προϊόντα εμφανίζονται ως λευκά τυριά άλμης, παραγόμενα κυρίως από πρόβειο γάλα, ενώ στην ιστοσελίδα της εταιρείας αναφέρεται ότι μπορεί να περιέχουν, ανάλογα με την εποχή, και κατσικίσιο, αγελαδινό ή βουβαλίσιο γάλα. Ωριμάζουν σε άλμη για 120 ημέρες και παράγονται στην περιοχή Sanlı Urfa της Ανατολίας, από γάλα προβάτων της φυλής ivesi.
Το έγγραφο μάλιστα συνοδευόταν από φωτογραφικό υλικό των συσκευασιών, όπου η λέξη FETA εμφανίζεται ευδιάκριτα στην εμπρόσθια όψη των προϊόντων, καθώς και από απόδειξη αγοράς από κατάστημα λιανικής. Δεν μιλάμε δηλαδή για φήμες, ούτε για διαδικτυακές ψιθυρολογίες. Μιλάμε για καταγεγραμμένη υπόθεση, με φωτογραφίες, τιμές, εταιρικά στοιχεία και επίσημη διαβίβαση προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Η υπόθεση επανέρχεται δυναμικά στην επικαιρότητα μετά την ανακοίνωση της ΠΟΓΕΔΥ, η οποία καταγγέλλει ότι, παρά την ύπαρξη της επίσημης προειδοποίησης, δεν έχει γίνει γνωστή μέχρι σήμερα κάποια αποφασιστική δημόσια αντίδραση από την ελληνική πλευρά. Η Ομοσπονδία των γεωτεχνικών κάνει λόγο για σοβαρό κίνδυνο γιγάντωσης του φαινομένου, καθώς, όπως αναφέρει, τουλάχιστον πέντε τουρκικές επιχειρήσεις φέρονται να παράγουν και να εξάγουν λευκά τυριά άλμης με την ονομασία «Φέτα».
Για τη Λέσβο, το ζήτημα είναι ακόμη πιο βαρύ. Το νησί είναι η μοναδική νησιωτική περιοχή της Ελλάδας που συμμετέχει στη ζώνη παραγωγής της Φέτας ΠΟΠ. Η φέτα δεν είναι απλώς ένα προϊόν στο ράφι. Είναι η κορωνίδα της λεσβιακής κτηνοτροφίας, η οικονομική ραχοκοκαλιά εκατοντάδων οικογενειών, η ταυτότητα ενός ολόκληρου παραγωγικού πολιτισμού.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η Λέσβος μετρά ήδη πληγές από τον αφθώδη πυρετό. Κτηνοτρόφοι είδαν κοπάδια να θανατώνονται, μετακινήσεις ζώων να περιορίζονται, τυροκομεία να πιέζονται, γάλα να χάνεται και ολόκληρη η αλυσίδα παραγωγής να λειτουργεί μέσα σε καθεστώς αβεβαιότητας. Πάνω σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, η διεθνής υπονόμευση της ονομασίας «Φέτα» δεν είναι απλώς εμπορικό ζήτημα. Είναι χτύπημα στην καρδιά της λεσβιακής υπαίθρου.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της παραγωγικής δυναμικής της Τουρκίας. Η ΠΟΓΕΔΥ επισημαίνει ότι η γειτονική χώρα διαθέτει περίπου 58 εκατομμύρια αιγοπρόβατα, όταν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο αριθμός φτάνει περίπου τα 70 εκατομμύρια. Με απλά λόγια, αν το φαινόμενο αφεθεί να αναπτυχθεί, η αγορά μπορεί να πλημμυρίσει από λευκά τυριά άλμης που θα επιχειρούν να καρπωθούν τη φήμη της ελληνικής Φέτας.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Η Τουρκία, από τη μία, επιβάλλει υψηλούς δασμούς στην ελληνική φέτα που εισάγεται στην αγορά της. Στο έγγραφο του Προξενείου αναφέρεται ότι το τυρί φέτα υπόκειται σε δασμό εισαγωγής 180%, ειδικό φόρο 6% και ΦΠΑ 1%. Από την άλλη, τουρκικά προϊόντα που χρησιμοποιούν την ονομασία «FETA» επιχειρούν να κινηθούν σε διεθνείς αγορές, αξιοποιώντας το κενό προστασίας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό δημιουργεί ένα εξόφθαλμο παράδοξο: η ελληνική Φέτα ΠΟΠ συναντά εμπόδια στην Τουρκία, ενώ τουρκικές απομιμήσεις μπορούν να «χτίζουν» εμπορική παρουσία πάνω στο όνομα που κατοχύρωσε η Ελλάδα με κόπο, αγώνες και δεκαετίες παραγωγικής παράδοσης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι έκανε και τι σκοπεύει να κάνει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Διότι όταν ένα επίσημο έγγραφο φτάνει από το Γενικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη προς το ΥπΑΑΤ και ζητά ενέργειες, δεν μπορεί να μένει σε κάποιο συρτάρι. Η Φέτα ΠΟΠ δεν προστατεύεται με ευχές, δελτία τύπου και φωτογραφίες σε εκθέσεις τροφίμων. Προστατεύεται με νομικές κινήσεις, εμπορική διπλωματία, πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καθαρή εθνική στρατηγική.
Η υπόθεση έχει και ευρωπαϊκή διάσταση. Η προστασία των ΠΟΠ προϊόντων στις συμφωνίες της Ε.Ε. με τρίτες χώρες αποδεικνύεται συχνά ανεπαρκής, με τη Φέτα να πληρώνει το τίμημα των εμπορικών συμβιβασμών. Μετά τις γνωστές συζητήσεις για συμφωνίες όπως η CETA και οι διαπραγματεύσεις με άλλες αγορές, η Ελλάδα καλείται να διεκδικήσει πολύ πιο σκληρή γραμμή: καμία χρήση της ονομασίας «Feta» από τρίτες χώρες, καμία γκρίζα ζώνη, καμία ανοχή σε προϊόντα που μπερδεύουν τον καταναλωτή.
Για τη Λέσβο, η μάχη αυτή είναι υπαρξιακή. Αν χαθεί η αξία του ονόματος, δεν πλήττονται μόνο οι μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις. Πλήττεται ο κτηνοτρόφος του νησιου. Πλήττονται τα τυροκομεία, οι οικογένειες που ζουν από το γάλα, τα χωριά που κρατιούνται όρθια από την αιγοπροβατοτροφία. Πλήττεται ολόκληρη η παραγωγική ψυχή του νησιού.
Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί άμεσα και επιθετικά σε τρία επίπεδα: πρώτον, να ζητήσει επίσημα από την Τουρκία την παύση χρήσης της ονομασίας «FETA» για προϊόντα που δεν είναι ελληνική Φέτα ΠΟΠ. Δεύτερον, να απαιτήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση να εντάξει την πλήρη προστασία της Φέτας σε κάθε συζήτηση για την τελωνειακή σχέση Ε.Ε. – Τουρκίας. Τρίτον, να ενισχύσει την ίδια την ελληνική κτηνοτροφία, γιατί χωρίς ζώα, χωρίς γάλα και χωρίς παραγωγούς, η Φέτα θα μείνει μόνο ως ωραία λέξη σε ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Το θέμα είναι καθαρό: η Φέτα δεν είναι «λευκό τυρί». Δεν είναι γενικός όρος. Δεν είναι εμπορικό κόλπο για να πουλάει οποιοσδήποτε στις διεθνείς αγορές. Είναι προϊόν ΠΟΠ, με συγκεκριμένη γεωγραφία, πρώτη ύλη, παράδοση και ταυτότητα. Και για τη Λέσβο, ειδικά μετά τον αφθώδη, η προστασία της Φέτας δεν είναι απλώς εθνικό καθήκον. Είναι όρος επιβίωσης.
Το ζήτημα της προστασίας της Φέτας επανέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς το κορυφαίο ελληνικό τυρί ΠΟΠ δέχεται πιέσεις τόσο από τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες όσο και από την αποδυνάμωση της εγχώριας αιγοπροβατοτροφίας.
Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος και πρόεδρος της Δ.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας του ΓΕΩΤ.Ε.Ε., Αθανάσιος Σαρόπουλος, η Φέτα αποτελεί το σημαντικότερο ελληνικό τυροκομικό προϊόν, με ετήσια παραγωγή περίπου 140.000 τόνων και συνεχώς αυξανόμενες εξαγωγές. Ωστόσο, οι βασικοί πυλώνες που στηρίζουν τον χαρακτήρα ΠΟΠ —η εκτατική βόσκηση, οι αυτόχθονες φυλές και η παραδοσιακή παραγωγή— βρίσκονται πλέον υπό σοβαρή πίεση.
Την ίδια ώρα, εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες, όπως ο Καναδάς και η Αυστραλία, επιτρέπουν υπό προϋποθέσεις τη χρήση της ονομασίας «φέτα» σε λευκά τυριά άλμης που παράγονται εκτός Ελλάδας, αποδυναμώνοντας στην πράξη την αποκλειστικότητα της ελληνικής Φέτας ως γεωγραφικής ένδειξης.
Στο εσωτερικό, οι επιζωοτίες της ευλογιάς και του αφθώδους πυρετού έχουν επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, με εκτιμήσεις ότι η παραγωγή Φέτας θα μειωθεί αισθητά μέσα στο 2026.
Ο κ. Σαρόπουλος ζητά άμεσα ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την προστασία της Φέτας ΠΟΠ, τόσο απέναντι στις διεθνείς απομιμήσεις όσο και απέναντι στις αδυναμίες της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής. Όπως προειδοποιεί, χωρίς ουσιαστική προστασία της ποιότητας και της αυθεντικότητας του προϊόντος, τίθενται σε κίνδυνο οι εξαγωγές, αλλά και η βιωσιμότητα της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας. Σε ό,τι αφορά ειδικά τις απομιμήσεις από τουρκικές εταιρείες, η λύση περνά είτε μέσα από την ένταξη ρητής προστασίας των ευρωπαϊκών ΠΟΠ και ΠΓΕ σε μελλοντική επικαιροποίηση της τελωνειακής συμφωνίας ΕΕ - Τουρκίας, είτε μέσα από μια νέα διμερή εμπορική συμφωνία που θα κατοχυρώνει καθαρά την προστασία της ελληνικής Φέτας και την αδασμολόγητη εξαγωγή της στη γειτονική αγορά.