Οι αζήτητοι
Σαν ξεχασμένη πληγή της νεότερης Ελλάδας αναδύεται η ιστορία των «αζήτητων» νεκρών του νοσοκομείου «Σωτηρία», μέσα από τις βαλίτσες, τα γράμματα και τα προσωπικά αντικείμενα ανθρώπων που μπήκαν στο σανατόριο χτυπημένοι από τη φυματίωση και δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Ανάμεσά τους και ο Δημήτριος Αλτιπαρμάκης από την Αγιάσο, ένας νέος που έσβησε στα 23 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του λίγα τεκμήρια ζωής και μια ανεκπλήρωτη ερωτική εξομολόγηση, σε μια αφήγηση που φωτίζει όχι μόνο την προσωπική του τραγωδία, αλλά και μια ολόκληρη σκοτεινή σελίδα κοινωνικής εγκατάλειψης, φόβου και λήθης. Το σημερινό κείμενο του Παναγιώτη Κουτσκουδή στις "Ιστορικές σελίδες" είναι πραγματικά συγκλονιστικό.
Του Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή
Στην Αθήνα, στην περιοχή του Γουδή, μέσα σ’ ένα τεράστιο καταπράσινο πάρκο, βρίσκεται το πασίγνωστο νοσοκομείο «Σωτηρία», οι εγκαταστάσεις του οποίου στεγάζονται σε πολλά κτίρια. Το ισόγειο κάποιου απ’ αυτά τα κτίρια, κατασκευής του 1940, είχε διαμορφωθεί και λειτουργούσε για κάποιο διάστημα σαν σιδηρουργείο. Λίγα χρόνια πριν την πανδημία του κορονοϊού, ο χώρος καθαρίστηκε και αναδιαμορφώθηκε. Πίσω από έναν ξύλινο διαχωριστικό τοίχο του παλιού σιδηρουργείου που ξηλώθηκε βρέθηκαν στοιβαγμένες δεκάδες βαλίτσες που περιείχαν προσωπικά αντικείμενα ασθενών, που νοσηλεύτηκαν στο «Σωτηρία» από το 1945 ως το 1975, όταν η φυματίωση μάστιζε τη χώρα. Εκατοντάδες από αυτούς πέθαναν εκεί. Κανείς ποτέ δεν αναζήτησε τη σορό ή τα υπάρχοντά τους… Οι φθισικοί έμπαιναν στο σανατόριο και εγκαταλείπονταν εκεί από τους συγγενείς τους, που τους έστελναν βέβαια ρούχα, λεφτά, δώρα και γράμματα – παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του – αλλά κανείς δεν τολμούσε να τους επισκεφτεί, φοβούμενος ότι θα κολλήσει την καταραμένη αρρώστια, που εκείνη την εποχή θέριζε τους ανθρώπους, όπως κόβει το δρεπάνι τα μεστωμένα στάχυα.
Το τυχαίο γεγονός της εύρεσης αυτών των ντοκουμέντων αποκάλυψε τις συγκλονιστικές προσωπικές ιστορίες πολλών συνανθρώπων μας, που έζησαν εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, και έγινε αιτία να γυριστεί το 2024 η βραβευμένη ταινία-ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου «Οι αζήτητοι», που ανέβηκε στην ψηφιακή πλατφόρμα ERTFLIX, απ’ όπου την είδα και ειλικρινά συγκινήθηκα. Διάβηκαν αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που δάκρια αυλάκωσαν τα μάγουλα μου…
Ένας λόγος παραπάνω που έκατσα να γράψω τούτες τις αράδες ήταν και η αναφορά σ’ ένα συγχωριανό μου, που νοσηλεύτηκε και πέθανε εκεί πάνω στο άνθος της ηλικίας του. Ανάμεσα στα προσωπικά του είδη, που βρέθηκαν και που προβάλλονται στο ντοκιμαντέρ, είναι και η «άδεια εισπράκτορος λεωφορείου» υπ’ αριθμ. 7762, που εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26/9/1955, τεκμήριο που μαρτυρά πως τότε δούλευε ακόμα στις αστικές συγκοινωνίες της πρωτεύουσας. Πρόκειται για τον Αλτιπαρμάκη Δημήτριο του Ευστρατίου και της Μαρίας, που τον βρήκα γραμμένο στο Μητρώο Αρρένων του Δήμου Αγιάσου Νομού Λέσβου με έτος γέννησης 1935 (το ίδιο αναγράφεται και στην προαναφερόμενη άδεια), α/α 8 και διαγραμμένο απ’ αυτό λόγω θανάτου με την υπ’ αριθμ. 21879/1959 απόφαση του Νομάρχη Λέσβου. Όπως ακούγεται στο ντοκιμαντέρ, τότε που πέθανε ήταν 23 ετών, άρα ο θάνατος επήλθε κατά το έτος 1958. Έζησε δηλαδή τα τελευταία δυο τρία χρόνια της ζωής του στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου άφησε τη στερνή του ανασαιμιά και όπου ενταφιάστηκε μαζί με πολλούς άλλους αποβιώσαντες φυματικούς σε ομαδικό τάφο, που κανείς ακόμα δεν ξέρει πού βρίσκεται!
Αλλά το συγκινητικότερο απομεινάρι της προσωπικής του ζωής ήταν μια αχρονολόγητη επιστολή του, που την έγραψε, αλλά δεν πρόλαβε να τη στείλει, σε μια κοπέλα με την οποία ήταν σφοδρά ερωτευμένος.
Παραθέτω ένα απόσπασμα της που διαβάζεται στο ντοκιμαντέρ:
«Δεσποινίς Άννα, δίστασα πολύ να πάρω την πέννα. Μη θυμώσεις, μη -προς Θεού- σχίσεις το γράμμα μου πριν το διαβάσεις.
Είναι καιρός που πέρασε και δεν σου είχα μιλήσει ποτέ εκτός από μια καλημέρα.
Αλλά ήλθε η δραματική στιγμή να σας γνωρίσω κάτι που με βασανίζει από τότε που σας αντίκρισα και δεν τολμούσα να σας το φανερώσω.
«ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ».
Κάθε φορά που σας αντικρίζω νομίζω πως υπάρχει γύρω μου ένας φωτοστέφανος και σας περιβάλλει με μία σπάνια ομορφιά. Μη με παρεξηγήσετε, αγαπητή μου δεσποινίς. Γιατί είμαι ένας νέος που έχω πληγωθεί βαριά από τα βέλη του γλυκού αλλά και πονηρού έρωτα. Και ζητάω παρηγοριά και δύναμη για να μπορέσω να σταθώ στη ζωή που μου έχει γίνει αφόρητη.
Γεια σου.
Και ίσως να μην ξαναειδωθούμε ποτέ.
Μήτσος»
Η εξομολόγηση ενός αληθινού φλογερού έρωτα, που στάθηκε ίσως το μόνο αντίδοτο στη φθίση, που ροκάνιζε το δέντρο της ζωής του, ώσπου το ’ριξε κάτω στα είκοσι τρία του χρόνια. Η τελευταία γλυκιά ανάμνηση μιας ολιγοζώητης ύπαρξης, λίγες σταλαγματιές βάλσαμου στον αφόρητο πόνο που της κατέτρωγε τα σωθικά…
Στον πρόλογο και τον επίλογο του ντοκιμαντέρ σημειώνεται: Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ακραίες συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης. Η φυματίωση, μια αρρώστια μεταδοτική και χωρίς γιατρειά, θέριζε... Χιλιάδες φυματικοί, άποροι από την επαρχία οι περισσότεροι, νοσηλεύτηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο «Σωτηρία», το μεγαλύτερο σανατόριο στην Αθήνα, που ιδρύθηκε το 1902 και πρωτολειτούργησε το 1905. (σ.σ. Το 1965, καθώς η ασθένεια υποχωρούσε χάρη στην πρόοδο της ιατρικής, το σανατόριο μετονομάστηκε σε Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος και καθιερώθηκε ως το πλέον εξειδικευμένο πνευμονολογικό νοσηλευτικό ίδρυμα της χώρας.) Μέχρι το 1975, εκατοντάδες πέθαναν εκεί, μακριά από τους συγγενείς τους. Μέχρι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει, πού ακριβώς βρίσκονται οι ομαδικοί τάφοι, ούτε πόσοι είναι οι αζήτητοι νεκροί. Μια σιωπή καλύπτει τη ζωή και το θάνατο τους. Για κάποιους συγγενείς που εντοπίσαμε, η διατήρηση της λήθης ήταν προτιμότερη.
Αναλογίζομαι τους ομαδικούς τάφους εκατοντάδων- ίσως και χιλιάδων- ανθρώπων που θάφτηκαν εκείνα τα μαύρα μετακατοχικά χρόνια. Άψυχα κουφάρια που πετάχτηκαν σε κάποιους λάκκους και παραχώθηκαν χωρίς ένα κατευόδιο από τους συγγενείς τους, πολλές φορές και χωρίς καν να «διαβαστούν» από έναν παπά, όπως οι εκτελεσμένοι του Εμφυλίου… Πρόσφατη και η (επίσης τυχαία) ανακάλυψη των ομαδικών τάφων και των σκελετών στις Συκιές Θεσσαλονίκης, κατά την πραγματοποίηση εργασιών ανάπλασης του χώρου του πάρκου - μνημείου Εθνικής Αντίστασης. (Σχετικό το σημείωμά μου που αναρτήθηκε στη στήλη «Ιστορικές σελίδες» του lesvosnews.net στις 3/4/2025.)
Και στην περίπτωση των φυματικών του «Σωτηρία» και στην περίπτωση των θυμάτων της μισαλλοδοξίας υπάρχουν σοροί που δεν παραδόθηκαν ποτέ στους συγγενείς τους ή νεκροί που δεν βρέθηκε ποτέ ο τάφος τους, αν και είναι γνωστή η (έστω κατά προσέγγιση) θέση τους. Κόκαλα σπαρμένα βρίσκονται θαμμένα στους ομαδικούς τάφους που ανακαλύφτηκαν ή που θα ανακαλυφτούν. Χρέος της Πολιτείας είναι η εύρεση όλων των ομαδικών τάφων, η ταυτοποίηση των οστών των θυμάτων και η παράδοση τους στους συγγενείς τους (σε όσους τουλάχιστον ενδιαφέρονται ακόμα), για να ταφούν σύμφωνα με τα όσα οι προαιώνιοι και πανανθρώπινοι νόμοι ορίζουν.
Και μια τελευταία παρατήρηση: Μου προξενεί αλγεινή εντύπωση η τέτοια αντιμετώπιση νεκρών ανθρώπων, δηλαδή το πέταγμά τους σ’ έναν ομαδικό τάφο που κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι γνώριζαν εκ των προτέρων ότι κανείς δεν επρόκειτο εκείνα τα χρόνια να τους αναζητήσει. Αλλά ακόμα και αν κάποιοι συγγενείς επέλεγαν η ταφόπλακα της λήθης να σκεπάσει για πάντα την οικογενειακή τους υπόθεση, θα έπρεπε η διεύθυνση και οι αρμόδιοι του θεραπευτηρίου «Σωτηρία» να επιφύλασσαν μια διαφορετική μοίρα στους θανόντες φυματικούς. Τέτοια που αρμόζει στον ανθρώπινο πολιτισμό και στους άγραφους προαιώνιους νόμους του. Και το υποστηρίζω αυτό σκεπτόμενος ότι κι εμείς εδώ στην Αγιάσο είχαμε από το 1928 το γνωστό Σανατόριο, που σήμερα στεγάζει το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, από το οποίο πέρασαν πάμπολλοι φυματικοί από διάφορα μέρη της Λέσβου και της Ελλάδας, μέχρι να ξεριζωθεί σταδιακά η επάρατη αυτή ασθένεια μετά την ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης το 1943. Αλλά το Σανατόριο είχε το δικό του νεκροταφείο στα Μπιτζίλια, όπου έθαβε τους τροφίμους του, χωριστά από τους άλλους κατοίκους του χωριού που θάβονταν στο κοιμητήριο της Περασιάς. Δεν τους πετούσαν σαν «μιάσματα» σ’ έναν ομαδικό τάφο!
Και πάλι, προσπαθώντας να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, σκέφτομαι τα σαράντα μύρια κύματα που πέρασε το θεραπευτήριο «Σωτηρία» στο διάβα της 124χρονης ύπαρξης του. Συγκλονιστικές ιστορίες έχουν γραφτεί στο βιβλίο της ζωής του, που τις διαβάζεις και σου σηκώνεται η τρίχα!
Από το 1919 και μετά η διοίκηση του «Σωτηρία» περνά στα χέρια του κράτους. Πριν ακόμη προλάβει να οργανωθεί, γίνεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Περίπου 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες ήρθαν υπό άθλιες συνθήκες στην Ελλάδα. Το «Σωτηρία» κατακλύστηκε από άστεγους, που δεν ήταν ασθενείς, αλλά υποκρίνονταν τους φυματικούς, ώστε να εξασφαλίσουν στέγη και φαγητό. Όμως, η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου. Το κράτος δεν μπορεί να παρέμβει. Η διαφθορά βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Ανθεί η πορνεία, το εμπόριο χασίς, αλλά και το μικροεμπόριο αντικειμένων από κλοπές. Το νοσοκομείο μετατρέπεται σε άβατο. "Δεν μπορείς να πλησιάσεις. 'Η θα κολλήσεις φυματίωση ή θα σε μαχαιρώσουν. Το θεραπευτήριο στιγματίζεται στη λαϊκή ψυχή ως τόπος μαρτυρίου και ακολασίας, σαν ένας τόπος παρανομίας και αναρχίας. Το χαρακτήριζαν πεθαμενατζίδικο (…). Ακόμη και νοσοκόμοι του εκμεταλλεύονται την κατάσταση και πωλούν μερίδες του συσσιτίου για να βγάλουν χρήματα. Πολλές φορές δεν δήλωναν τον θάνατο ενός ασθενή, για να συνεχίσουν να παίρνουν τη μερίδα του. Ανώνυμοι νεκροί θάβονταν σε ομαδικούς τάφους στον περίβολο του σανατορίου. Πολλά χρόνια αργότερα, τα αδέσποτα σκυλιά ξέθαβαν κατά καιρούς οστά των νεκρών, θυμίζοντας τη σκοτεινή πλευρά του νοσοκομείου. Η κατάσταση άλλαξε κατά τη δεκαετία του ’30, επί Μεταξά. Τη διοίκηση του σανατορίου ανέλαβε ο γιατρός Μάνθος Μεταλληνός, ο οποίος κατάφερε να το μετατρέψει από γκέτο σε νοσοκομείο. Έδιωξε όσους δεν ήταν ασθενείς, γκρέμισε τις παράγκες και έχτισε νέα κτίρια. Το νοσοκομείο έφτασε να έχει πάνω από δυο χιλιάδες κλίνες. Παρόλο που ακόμη δεν είχε βρεθεί το φάρμακο, ήρθαν εκείνη την εποχή φυματιολόγοι και χειρουργοί του θώρακα που μπορούσαν να μειώσουν το φορτίο της ασθένειας.
Αλλά τα δίσεκτα χρόνια δεν έλεγαν να τελειώσουν. Μόλις άρχισε η περίοδος της ανάκαμψης και της προόδου, πλάκωσαν τα εφιαλτικά χρόνια της φασιστικής κατοχής και του αδελφοκτόνου εμφυλίου, και η «Σωτηρία» ήταν μάρτυρας των οιμωγών των φυλακισμένων και των φονικών πυρών του εκτελεστικού αποσπάσματος. Αποκαλυπτικά στοιχεία παρουσιάζει ο Χρίστος Βασιλόπουλος σε σχετική έρευνα του στη «Μηχανή του Χρόνου»:
Δίπλα από τη Σωτηρία είχε χτιστεί ένα νέο κτίριο, που σήμερα είναι το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Ήταν ο ιδανικός χώρος για να στήσουν εκεί το στρατηγείο τους οι Γερμανοί την περίοδο της κατοχής. Έτσι, όταν τον Απρίλιο του 1941 μπήκαν στην Αθήνα, προσπάθησαν να το επιτάξουν. Όμως, ο Μεταλληνός είχε προλάβει να μεταφέρει εκεί τα βαρύτερα περιστατικά του νοσοκομείου και έτσι όταν έφτασαν οι Γερμανοί βρήκαν έναν χώρο γεμάτο με φυματικούς και έφυγαν, φοβούμενοι ότι θα κολλούσαν.
Κατά την Κατοχή, το «Σωτηρία» χωρίζεται σε δύο "στρατόπεδα". Από τη μια ήταν οι εθνικόφρονες και από την άλλη οι αντιφρονούντες. Η πολιτική χώριζε ακόμη και τους ασθενείς. Το νοσοκομείο δεν άργησε να μετατραπεί σε χώρο φυλάκισης. Από τη «Σωτηρία» έγινε και η απόδραση των 56 Ακροναυπλιωτών κομμουνιστών, (που) ήταν πολιτικοί κρατούμενοι από την εποχή του Μεταξά. Είχαν υποκριθεί ότι ήταν άρρωστοι για να τους μεταφέρουν από τις φυλακές της Ακροναυπλίας στις φυλακές του «Σωτηρία», ώστε (να δραπετεύσουν και) να οργανώσουν ένοπλο αγώνα κατά των Γερμανών. Οι Ακροναυπλιώτες με τη βοήθεια των Ελασιτών κατάφεραν να αποδράσουν από τον υπόνομο του «Σωτηρία», χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, γεγονός που θεωρήθηκε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ΕΛΑΣ.
Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, το «Σωτηρία» μετατράπηκε σε τόπο ένοπλης αντιπαράθεσης. Τα εδάφη πίσω από τον μαντρότοιχο που περιέβαλε το «Σωτηρία» έγιναν τόπος εκτέλεσης για τους αντιφρονούντες. Τα χαράματα εκτελούσαν τους αντιφρονούντες εδώ κοντά στις φυλακές. Ήθελαν οι φυματικοί αντιφρονούντες, που είχαν φυλακιστεί, να ακούνε τον κρότο των όπλων για να υπογράφουν δήλωση μετάνοιας. Τους κρατούσαν σε ψυχολογική πίεση. Στα Δεκεμβριανά εδώ μέσα γίνονται μάχες. Τα όπλα βγαίνουν και αρχίζει ένας κανονικός ένοπλος αγώνας μέσα στο «Σωτηρία». Σκοτώνονται άνθρωποι. Τραυματίζονται κτίρια και δέντρα από τις ανταλλαγές πυρών.
Στο στρατόπεδο πίσω από το Σωτηρία, εκτελέστηκαν συνολικά 492 άνθρωποι. Ο τελευταίος ήταν ο Νίκος Μπελογιάννης το 1952.
Κλείνοντας, θέλω να συγχαρώ όλους όσοι συνέβαλαν στην παραγωγή αυτής της ταινίας. Πρωτίστως όμως απονέμω το δημόσιο έπαινο στις υπαλλήλους του «Σωτηρία», δυο ράφτρες, που ήταν εκεί όταν γίνονταν οι εργασίες επισκευής και αναδιαμόρφωσης του ισογείου του κτιρίου, όπου αποκαλύφτηκαν οι βαλίτσες των νεκρών φυματικών. Όταν είδαν να τις ρίχνουν σ’ ένα κοντέινερ, για να πεταχτούν στα σκουπίδια, συνειδητοποίησαν το ιστορικό και συναισθηματικό φορτίο αυτών των ευρημάτων και ειδοποίησαν αμέσως τους αρμόδιους του νοσοκομείου. Χάρη στην πρωτοβουλία τους, σήμερα πολλά απ’ αυτά τα «σκουπίδια» κοσμούν τις προθήκες της Αίθουσας 4.3 του κτιρίου που στεγάζει το Αρχείο του «Σωτηρία». Για την ιστορία, ήταν η Λίτσα Διαμαντίδου και η Γιώτα Τζουανοπούλου. Μπράβο τους!! Όσο υπάρχουν Άνθρωποι…
Υ.Γ. Το ντοκιμαντέρ θα είναι διαθέσιμο στην ψηφιακή πλατφόρμα ERTFLIX μέχρι και το Σάββατο, 25/4/2026. Θα το βρείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.ertflix.gr/#/details/ERT_D000381. Αξίζει να διαθέσετε 75 λεπτά από τον ελεύθερο χρόνο σας, για να το δείτε. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα!
Πηγές:
- https://www.ertflix.gr/#/details/ERT_D000381
- https://www.mixanitouxronou.gr/i-sygkinitiki-istoria-toy-nosokomeioy-sotiria/
- https://www.athinorama.gr/cinema/3041755/oi-azititoi-to-ntokimanter-gia-tous-nekrous-tou-sotiria-tha-problithei-gia-kalo-skopo-ston-danao/
- https://www.sotiria.gr/to-moyseio/istoriko-sanatorioy-nosokomeioy-i-sotiria/
- Μητρώα Αρρένων Δημοτικής Κοινότητας Αγιάσου Δήμου Μυτιλήνης Νομού Λέσβου.