|

Αφθώδης στη Λέσβο: Τρεις μηνύσεις-φωτιά για τις ταφές ζώων σε Μανταμάδο και Πελόπη

Σύμφωνα με τη μηνυτήρια αναφορά, στο σημείο διακρίνονται μέλη βοοειδούς που προεξέχουν από το έδαφος

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Αφθώδης στη Λέσβο: Ο φάκελος των ταφών ανοίγει – Τρεις μηνυτήριες αναφορές για Κλαδερή, Πελόπη και Σαρακίνα

Τρεις μηνυτήριες αναφορές που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης βάζουν στο επίκεντρο ένα από τα πιο κρίσιμα και μέχρι σήμερα λιγότερο φωτισμένα κεφάλαια της κρίσης του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο: τις ταφές των ζώων που θανατώθηκαν στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της νόσου.

Οι αναφορές αφορούν τρεις συγκεκριμένες περιοχές: Κλαδερή Μανταμάδου, Πελόπη και Σαρακίνα Μανταμάδου. Τα ονόματα πολιτών και μαρτύρων δεν δημοσιοποιούνται. Αυτό που έχει δημόσιο ενδιαφέρον δεν είναι η έκθεση προσώπων, αλλά το περιεχόμενο των καταγγελιών, οι περιοχές στις οποίες αναφέρονται, οι περιβαλλοντικοί και υγειονομικοί κίνδυνοι που περιγράφονται και η ανάγκη να ελεγχθεί αν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα.

Το υλικό δεν περιγράφει απλώς «κακές εικόνες» στην ύπαιθρο. Περιγράφει ταφές κοντά σε δρόμους, ρέματα, γεωτρήσεις, οικισμό, κήπους, κτηνοτροφικές μονάδες και ζωντανά ζώα. Περιγράφει ελλείψεις σε μεμβράνες, ασβέστη, επαρκή επίχωση και απομόνωση. Περιγράφει, στην πιο βαριά περίπτωση, εκτεθειμένα μέλη ζώων, ολόκληρα πτώματα προσβάσιμα σε όρνια, έντομα και σαρκοφάγα, καθώς και υγρά αποσύνθεσης που φέρονται να κατευθύνονται προς ρέμα.

Σε μια νόσο όπως ο αφθώδης πυρετός, αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι η καρδιά της βιοασφάλειας.

Πρώτη μηνυτήρια αναφορά: Κλαδερή Μανταμάδου

Η πρώτη μηνυτήρια αναφορά αφορά τη θέση Κλαδερή στην περιοχή του Μανταμάδου. Σύμφωνα με το ιστορικό που κατατίθεται στην Εισαγγελία, στις 10 Απριλίου 2026 θανατώθηκαν και θάφτηκαν αμνοερίφια λόγω της επιζωοτίας του αφθώδους πυρετού. Η αναφορά υποστηρίζει ότι η ταφή έγινε χωρίς να τηρηθούν τα ισχύοντα υγειονομικά και περιβαλλοντικά πρωτόκολλα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο ενταφιασμός έγινε δίπλα σε κεντρικό δρόμο, χωρίς στεγανοποιητικές μεμβράνες και με πλημμελή κάλυψη.

Το πρώτο στοιχείο που αναδεικνύεται είναι η δυσοσμία δίπλα στον επαρχιακό δρόμο. Η αναφορά τη συνδέει με την αποσύνθεση των πτωμάτων σε συνθήκες μη ασφαλούς απομόνωσης από το περιβάλλον. Δεν πρόκειται μόνο για όχληση. Όταν μιλάμε για ζώα που θανατώθηκαν λόγω αφθώδους, η αποσύνθεση σε μη ελεγχόμενο χώρο μετατρέπει την ταφή σε ζήτημα υγειονομικής διαχείρισης.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η πιθανή διασπορά μικροβίων και ιού στο γύρω περιβάλλον και στις γειτονικές εκμεταλλεύσεις. Η αναφορά δεν μένει στη γενική διατύπωση. Συνδέει τον χώρο με ανθρώπινη διέλευση, καθώς επισημαίνει ότι το σημείο αποτελεί πέρασμα για χιλιάδες προσκυνητές που κατευθύνονται στην Ιερά Μονή Ταξιαρχών από το βόρειο τμήμα της Λέσβου.

Το τρίτο και βαρύτερο σημείο αφορά τον υδροφόρο ορίζοντα. Στην αναφορά γίνεται λόγος για κίνδυνο μόλυνσης του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα και παρακείμενων γεωτρήσεων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι στα κατάντη, σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων, υπάρχουν αδειοδοτημένες γεωτρήσεις άρδευσης, ενώ σε απόσταση περίπου 1.000 μέτρων υπάρχει και κοινοτική γεώτρηση ύδρευσης.

Η Κλαδερή, λοιπόν, εμφανίζεται ως σημείο όπου, σύμφωνα με την καταγγελία, συμπίπτουν τέσσερις παράγοντες κινδύνου: ταφή ζώων λόγω αφθώδους, πλημμελής κάλυψη, γειτνίαση με δρόμο και πιθανή υδρολογική ευαισθησία λόγω γεωτρήσεων στα κατάντη.

Δεύτερη μηνυτήρια αναφορά: Πελόπη

Η δεύτερη αναφορά αφορά την Πελόπη και παρουσιάζει πιο σύνθετη εικόνα, καθώς δεν μιλά για ένα μόνο σημείο, αλλά για περισσότερους χώρους ταφής στην περιοχή. Η αναφορά κατατέθηκε σε συνέχεια της προηγούμενης και κάνει λόγο για «παράνομες και επικίνδυνες πράξεις» εις βάρος του περιβάλλοντος και της βιοασφάλειας της περιοχής και συνολικά του νησιού.

Σημειο 1 Πελοπη 

 

Σύμφωνα με την αναφορά, το Σημείο 1 βρίσκεται στα ανάντη του χωριού, σε απόσταση μικρότερη των 250 μέτρων από τον οικισμό και από κήπους με πηγές, οι οποίοι καλλιεργούνται με κηπευτικά για τις οικιακές ανάγκες των κατοίκων. Αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ταφή ζώων ανάντη οικισμού, κοντά σε πηγές και καλλιεργούμενους κήπους, δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση το σημείο όπου ανοίχτηκε ο λάκκος. Πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη φορά των νερών, τη χρήση της γης, την απόσταση από ανθρώπινες δραστηριότητες και τον κίνδυνο μεταφοράς ρυπαντικού φορτίου.

Η ίδια αναφορά περιγράφει το Σημείο 5 ως ακόμη πιο κρίσιμο. Σύμφωνα με το έγγραφο, βρίσκεται στη συμβολή της κοίτης σημαντικού παραποτάμου του Τσικνιά, ο οποίος εκβάλλει στον Κόλπο Καλλονής, και ενός ρέματος της περιοχής. Αναφέρεται μάλιστα ότι το σημείο είναι καλυμμένο με φερτά υλικά, τα οποία —κατά την εκτίμηση της αναφοράς— δεν είναι ικανά να συγκρατήσουν τα υγρά απόβλητα που εκκρίνουν τα θανατωμένα ζώα.

Εδώ η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερη περιβαλλοντική διάσταση. Ο Τσικνιάς και η λεκάνη απορροής του δεν είναι μια απομονωμένη χαράδρα. Συνδέονται με τον Κόλπο Καλλονής, δηλαδή με έναν ευαίσθητο φυσικό και παραγωγικό χώρο. Η αναφορά υποστηρίζει ότι ακόμη και μια μέτρια βροχόπτωση, όχι απαραίτητα πλημμυρικό φαινόμενο, μπορεί να παρασύρει φερτά υλικά μαζί με υπολείμματα νεκρών ζώων σε μεγάλη απόσταση.

 

Ακόμη, τα Σημεία 2, 3 και 4 φέρονται να βρίσκονται στη λεκάνη απορροής του ρέματος που εκβάλλει στον παραπόταμο του Τσικνιά, στο σημείο ταφής 5. Αυτό σημαίνει ότι η αναφορά δεν περιγράφει διάσπαρτες, ασύνδετες ταφές, αλλά ένα σύνολο σημείων που, σύμφωνα με την καταγγελία, συνδέονται υδρολογικά.

Ιδιαίτερο βάρος έχει και η αναφορά σε έγγραφη καταγγελία από την τοπική κοινότητα προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, χωρίς να είναι γνωστές οι απαντήσεις ή τα μέτρα που ελήφθησαν. Αυτό το σημείο μεταφέρει την υπόθεση από το επίπεδο της ατομικής καταγγελίας στο επίπεδο της θεσμικής ενημέρωσης: εφόσον υπήρξε έγγραφη όχληση, πρέπει να αναζητηθεί τι ακολούθησε.

 

 

Η Πελόπη, μέσα από τη δεύτερη αναφορά, αναδεικνύεται ως περιοχή όπου οι ταφές πρέπει να ελεγχθούν με ενιαίο τρόπο: όχι μόνο ανά λάκκο, αλλά με βάση τη θέση τους σε σχέση με τον οικισμό, τις πηγές, τους κήπους, τα ρέματα, τον Τσικνιά και τον Κόλπο Καλλονής.

 

Τρίτη μηνυτήρια αναφορά: Σαρακίνα Μανταμάδου

Η τρίτη μηνυτήρια αναφορά αφορά την περιοχή Σαρακίνα Μανταμάδου και είναι η πιο αναλυτική ως προς τη νομική θεμελίωση και τα περιγραφόμενα περιστατικά. Σύμφωνα με την αναφορά, στις 6 Απριλίου 2026 θανατώθηκαν και στη συνέχεια θάφτηκαν περίπου 110 βοοειδή σε συγκεκριμένο σημείο της περιοχής.

Η καταγγελία αναφέρει ότι η διαδικασία ταφής έγινε κατά παράβαση των προβλεπόμενων υγειονομικών πρωτοκόλλων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι δεν χρησιμοποιήθηκε στεγανοποιητική μεμβράνη, δεν έγινε κάλυψη με ασβέστη και δεν τοποθετήθηκε επαρκής ποσότητα χώματος.

Το στοιχείο που κάνει τη συγκεκριμένη αναφορά ιδιαίτερα σοβαρή είναι η περιγραφή της κατάστασης σχεδόν έναν μήνα μετά την ταφή. Η αναφορά υποστηρίζει ότι ήδη από τις 2 Μαΐου 2026 είχαν εμφανιστεί εκτεθειμένα μέλη ζώων και ολόκληρα πτώματα, προσβάσιμα σε όρνια, έντομα και σαρκοφάγα ζώα.

Το συνοδευτικό φωτογραφικό υλικό, όπως περιγράφεται στο κείμενο που συνοδεύει την αναφορά, φέρεται να δείχνει πρόχειρη επίχωση, απουσία υγειονομικών μέτρων, μέλη βοοειδών που προεξέχουν από το έδαφος και σκαμμένο χώμα από άγρια ζώα. Αν τα στοιχεία επιβεβαιωθούν, τότε δεν μιλάμε για τεχνική ατέλεια. Μιλάμε για αποτυχία απομόνωσης των πτωμάτων από το φυσικό περιβάλλον και από ζώα που μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανικοί φορείς ρυπαντικού υλικού.

Απεικονίζεται ο χώρος ταφής των βοοειδών, με εμφανή την πρόχειρη επίχωση και την απουσία υγειονομικών μέτρων.
Διακρινονται μελη  βοοειδούς που προεξέχουν από το έδαφος, και σκαμμένο έδαφος από αγρια ζωα που σημαινει ότι χρησιμοποιήθηκε για τροφή

Η ίδια αναφορά κάνει λόγο για υγρά αποσύνθεσης που διαρρέουν εκτός του χώρου ταφής προς παρακείμενο ρέμα, προκαλώντας ρύπανση και σοβαρό κίνδυνο μετάδοσης παθογόνων μικροοργανισμών, μεταξύ των οποίων κατονομάζεται και ο ιός του αφθώδους πυρετού. Το στοιχείο αυτό είναι η γέφυρα ανάμεσα στο περιβαλλοντικό και στο επιδημιολογικό σκέλος της υπόθεσης. Δεν εξετάζεται μόνο αν ρυπαίνεται το έδαφος ή ένα ρέμα. Εξετάζεται αν ένας χώρος ταφής μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες κυκλοφορίας μολυσματικού φορτίου.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εγγύτητα με ζωντανά ζώα. Η αναφορά σημειώνει ότι σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων βόσκουν ελεύθερα βοοειδή αγνώστου ιδιοκτήτη, ενώ σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων βρίσκεται κτηνοτροφική εκμετάλλευση και άλλες μονάδες ελεύθερης βοσκής. Το πρόσθετο υλικό που τέθηκε υπόψη του Lesvosnews.net αναφέρει επίσης μονάδα προβάτων σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων και πλήθος κτηνοτροφικών μονάδων στα κατάντη.

Απεικονίζεται ο χώρος ταφής και δίπλα ακριβώς το ρεματάκι στο οποίο φεύγουν τα λύματα και καταλήγουν στα καταντη.  

 

Στη Σαρακίνα υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο με ιδιαίτερη δημοσιογραφική αξία. Η αναφορά συνδέει τα φαινόμενα πλημμελούς ταφής με ανάλογες καταγγελίες στην Πελόπη και σημειώνει ότι, σύμφωνα με όσα κατατίθενται, μετά από αρχικά αρνητικά δείγματα, σε επαναληπτικό έλεγχο εντοπίστηκε μαζική μόλυνση κοπαδιών που βρίσκονταν στα κατάντη σημεία.

Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του αιτιώδη σχέση. Αποτελεί, όμως, σοβαρή επιδημιολογική ένδειξη που πρέπει να εξεταστεί. Η χρονολογική σειρά των δειγματοληψιών, η θέση των εκτροφών, η φορά των νερών, οι μετακινήσεις μηχανημάτων και ο τρόπος απολύμανσης μπορούν να δείξουν αν πρόκειται για απλή χρονική σύμπτωση ή για κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα διασποράς.

Τι δείχνουν μαζί οι τρεις αναφορές

Οι τρεις μηνυτήριες αναφορές δεν είναι ίδιες. Η Κλαδερή θέτει κυρίως ζήτημα ταφής κοντά σε δρόμο, δυσοσμίας, πλημμελούς απομόνωσης και πιθανής επιβάρυνσης γεωτρήσεων. Η Πελόπη αναδεικνύει ένα δίκτυο σημείων ταφής κοντά σε οικισμό, πηγές, κήπους και ρέματα που συνδέονται με τον Τσικνιά. Η Σαρακίνα περιγράφει την πιο βαριά εικόνα: περίπου 110 βοοειδή, χωρίς μεμβράνη, χωρίς ασβέστη, με ανεπαρκή επίχωση, εκτεθειμένα υπολείμματα ζώων, υγρά προς ρέμα και ζωντανά ζώα σε μικρή απόσταση.

Και στις τρεις περιπτώσεις αμφισβητείται ο πυρήνας της υγειονομικής ταφής: η απομόνωση του βιολογικού φορτίου από το περιβάλλον, τα νερά, τα ζώα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αν οι καταγγελίες επιβεβαιωθούν από αυτοψίες και πραγματογνωμοσύνες, τότε η υπόθεση δεν αφορά μόνο τυχόν περιβαλλοντικές παραβάσεις. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η διαχείριση μιας μεγάλης ζωονόσου σε πραγματικό χρόνο. Και εκεί το θέμα γίνεται θεσμικό.

Από νομική πλευρά γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους υγειονομικούς κανόνες που αφορούν ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, καθώς και στον Εκτελεστικό Κανονισμό 142/2011. Επικαλείται επίσης το άρθρο 24 του Συντάγματος για την προστασία του περιβάλλοντος, τον Ν. 1650/1986, τον Ν. 4830/2021, τον Ν. 5087/2024 και την ΚΥΑ 486/325825/2021 σχετικά με το Εθνικό Πρόγραμμα Συλλογής και Διαχείρισης Νεκρών Ζώων. Στο ποινικό σκέλος, η αναφορά θέτει ζήτημα πιθανής έκθεσης σε κίνδυνο, μετάδοσης ασθενειών και, εφόσον προκύψει εμπλοκή αρμόδιων δημόσιων λειτουργών που παρέλειψαν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, ενδεχόμενης παράβασης καθήκοντος.

Από τη διαχείριση των νεκρών ζώων στη διαχείριση της κρίσης

Στον αφθώδη πυρετό, η βιοασφάλεια δεν είναι δευτερεύον μέτρο. Είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάθε σχέδιο ελέγχου. Ο τρόπος που κινούνται τα οχήματα, τα μηχανήματα, οι άνθρωποι, τα υλικά, τα νερά και τα ζώα μπορεί να καθορίσει αν μια εστία θα περιοριστεί ή αν θα ανοίξει νέους κύκλους μετάδοσης.

Γι’ αυτό οι τρεις περιοχές πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο χωριστά, αλλά και συνδυαστικά. Χρειάζεται να αποτυπωθούν οι ημερομηνίες των ταφών, οι ημερομηνίες των δειγματοληψιών, οι θετικές και αρνητικές εκτροφές ανά φάση, η θέση των μονάδων στα κατάντη, οι ροές των υδάτων, οι μετακινήσεις συνεργείων και μηχανημάτων, καθώς και τα πρωτόκολλα απολύμανσης που εφαρμόστηκαν. Μόνο έτσι μπορεί να απαντηθεί με σοβαρότητα αν οι προβληματικές ταφές ήταν απλώς παράπλευρη αστοχία ή αν αποτέλεσαν κρίσιμο επιβαρυντικό παράγοντα στην εξέλιξη της νόσου.

Η υπόθεση απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις. Όχι πολιτικές διαβεβαιώσεις. Όχι γενικόλογες ανακοινώσεις. Απαντήσεις με έγγραφα, αυτοψίες και πορίσματα.

Πρέπει να δοθεί πλήρης χάρτης των σημείων ταφής σε Κλαδερή, Πελόπη, Σαρακίνα και γενικά σε όλες τις περιοχές της Λέσβου. Να ελεγχθεί ποιος επέλεξε τα σημεία, ποιος επέβλεψε τις εργασίες, αν χρησιμοποιήθηκαν μεμβράνες, ασβέστης και επαρκής ποσότητα χώματος, αν έγινε περίφραξη ή αποκλεισμός, αν υπήρξε απολύμανση μηχανημάτων και οχημάτων, αν ελήφθησαν μέτρα αποτροπής πρόσβασης άγριων ή παραγωγικών ζώων και αν έγιναν μεταγενέστερες αυτοψίες. Πρέπει επίσης να ελεγχθούν οι υδρολογικές συνδέσεις. 

Το συμπέρασμα

Οι τρεις μηνυτήριες αναφορές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι οι ταφές συνέβαλαν στη διασπορά του αφθώδους πυρετού. Αποδεικνύουν όμως κάτι άλλο: ότι υπάρχουν συγκεκριμένες, επώνυμες, χρονικά προσδιορισμένες και γεωγραφικά εντοπισμένες καταγγελίες για σοβαρές αστοχίες στη διαχείριση των θανατωμένων ζώων.

Σε μια κρίση που έχει διαλύσει κοπάδια, έχει γονατίσει κτηνοτρόφους και έχει τραυματίσει την παραγωγική ταυτότητα της Λέσβου, αυτό δεν μπορεί να μείνει στο σκοτάδι. Η Κλαδερή, η Πελόπη και η Σαρακίνα δεν είναι απλώς τρία τοπωνύμια σε μηνυτήριες αναφορές. Είναι τρεις δοκιμασίες αξιοπιστίας για τη διοίκηση, τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, τους μηχανισμούς ελέγχου και τη δημόσια λογοδοσία.

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις