Πολιχνίτος 1932: Πανηγύρια με ρακί, καρσιλαμάδες και έναν ντενεκέ να δίνει τον ρυθμό
Υπήρξαν εποχές δύσκολες, φτωχές και αβέβαιες, κατά τις οποίες όμως οι άνθρωποι αρνούνταν να παραδώσουν ολόκληρη τη ζωή τους στη στέρηση. Αναζητούσαν μια αυλή, ένα ξέφωτο, λίγη μουσική και ένα ποτήρι ρακί, για να θυμηθούν ότι η ζωή δεν μετριέται μόνο με όσα λείπουν.
Μια τέτοια ολοζώντανη εικόνα του λεσβιακού καλοκαιριού πριν από σχεδόν έναν αιώνα αναδεικνύει η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, μέσα από δημοσίευμα της εφημερίδας «Ταχυδρόμος», που κυκλοφόρησε στις 31 Αυγούστου 1932.
Το κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ΕΞΩ ΦΤΩΧΕΙΑ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΣΩΡΗΔΟΝ ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ», καταγράφει τα πανηγύρια του Πολιχνίτου και της ευρύτερης περιοχής με χιούμορ, κοινωνική παρατήρηση και εικόνες που μοιάζουν να ξεπηδούν από παλιά ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία.
Ο ανταποκριτής ξεκινά με μια φράση σχεδόν προκλητική για την εποχή:
«Η λέξις φτώχεια για μερικούς φαίνεται πως έχασε πια τη σημασία της».
Δεν επρόκειτο, βέβαια, για μια κοινωνία χωρίς στερήσεις. Το 1932 η οικονομική δυσπραγία ήταν έντονη και η καθημερινότητα σκληρή. Ωστόσο, τα πανηγύρια λειτουργούσαν ως συλλογική ανάσα. Ήταν ο τόπος όπου οι άνθρωποι συναντιούνταν, αντάλλασσαν νέα, χόρευαν και ξέφευγαν για λίγες ώρες από τα βάρη της ζωής.
Τρεις ορχήστρες στα Βατερά και «μπόλικο ρακί»
Στις 20 Ιουλίου, στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στα Βατερά, η γιορτή κράτησε ολόκληρη τη νύχτα. Σύμφωνα με τον «Ταχυδρόμο», έπαιζαν ταυτόχρονα τρεις ορχήστρες, ενώ το ρακί έρρεε άφθονο.
Η εικόνα φανερώνει τη σημασία που είχε ήδη αποκτήσει η παραλία των Βατερών ως τόπος συνάντησης, αναψυχής και καλοκαιρινής διασκέδασης. Άνθρωποι από τον Πολιχνίτο και τα γύρω χωριά κατέβαιναν για να προσκυνήσουν, να ανταμώσουν και, φυσικά, να γλεντήσουν.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 29 Ιουλίου, το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στην Αποθήκα συγκέντρωνε πλήθος από τον Πολιχνίτο, τον Μεσότοπο και την Άγρα.
Η μετακίνηση γινόταν σε μεγάλο βαθμό με βάρκες, με αποτέλεσμα οι βαρκάρηδες της περιοχής να «κάνουν χρυσές δουλειές». Μια μικρή φράση που αποκαλύπτει όχι μόνο τη μαζικότητα του πανηγυριού, αλλά και μια ολόκληρη τοπική οικονομία που αναπτυσσόταν γύρω από τις γιορτές.
Ο ντενεκές, το λαϊκότερο και πιο ανέξοδο όργανο
Από τις πιο γοητευτικές αναφορές του δημοσιεύματος είναι εκείνη στον ταπεινό ντενεκέ, που μετατρεπόταν στα χέρια των πανηγυριωτών σε αυτοσχέδιο κρουστό.
Τα βράδια, παρέες αποτραβιούνταν στις εξοχές και έστηναν το δικό τους γλέντι. Δεν χρειάζονταν ακριβές ορχήστρες ή οργανωμένες πίστες. Ένας μεταλλικός ντενεκές αρκούσε για να δώσει τον ρυθμό.
Ο ανταποκριτής τον χαρακτηρίζει «το λαϊκώτερο και ανέξοδο όργανο», περιγράφοντας με λαϊκή ευστοχία τον θόρυβο και τον ενθουσιασμό που προκαλούσε.
Ήταν μια εποχή κατά την οποία η ανάγκη γεννούσε μουσική. Το κέφι δεν περίμενε τις ιδανικές συνθήκες· δημιουργούσε μόνο του τις συνθήκες για να υπάρξει.
Το μεγάλο πανηγύρι στο Δαμάνδρι
Ξεχωριστή θέση στην αφήγηση έχει το πανηγύρι των Εννιαμέρων της Παναγίας στο ιστορικό μοναστήρι του Δαμανδρίου.
Από το προηγούμενο βράδυ, ο κόσμος συγκεντρωνόταν στην αυλή του μοναστηριού και χόρευε μέχρι το ξημέρωμα. Μετά τη Θεία Λειτουργία, οι παρέες απλώνονταν στην πλακόστρωτη αυλή, στην καταπράσινη ρεματιά και κάτω από τις θεόρατες καρυδιές.
Άλλοι κατευθύνονταν προς τα γύρω αμπέλια, όπου το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι το βράδυ. Η θρησκευτική κατάνυξη συναντούσε φυσικά και ανεπιτήδευτα την κοινωνική συνεύρεση, το φαγητό, το κρασί και τον χορό.
Το καφενείο του Γ. Χατζηπαρασκευά είχε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, μεγάλη κίνηση, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον πατέρα Μάξιμο, ο οποίος περιγράφεται ως φιλόξενος και περιποιητικός. Ο ιερέας έσφαξε ένα αρνί, το μαγείρεψε και το μοίρασε στον κόσμο, σε μια πράξη φιλοξενίας που συμπύκνωνε το κοινοτικό πνεύμα της εποχής.
Το απόγευμα, ο γνώριμος ντενεκές συγκέντρωσε ξανά τους πανηγυριώτες, αυτή τη φορά στο αμπέλι του Χατζηευστρατίου Γιαννιώτου. Εκεί χορεύτηκαν συρτοί και καρσιλαμάδες, σε ένα γλέντι που, κατά τον συντάκτη, θύμιζε τις παλιές και αλησμόνητες εποχές του πατέρα Αμβρόσιου.
Ο «παράς», όπως σημείωνε με λεπτή ειρωνεία ο ανταποκριτής, επέτρεπε τότε στους ανθρώπους να διατηρούν ακέραια τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους.
Πίσω από τη σκωπτική διατύπωση κρύβεται μια βαθύτερη κοινωνική αλήθεια: ακόμη και η φιλοξενία, η γενναιοδωρία και η δυνατότητα συμμετοχής στο κοινό γλέντι εξαρτώνταν συχνά από τα περιορισμένα οικονομικά μέσα κάθε οικογένειας.
Η Νυφίδα που κέρδιζε διαρκώς κόσμο
Ο κύκλος των καλοκαιρινών πανηγυριών έκλεινε στις 29 Αυγούστου, με τη γιορτή στη Νυφίδα.
Ο ανταποκριτής παρατηρούσε ότι το πανηγύρι συγκέντρωνε κάθε χρόνο όλο και περισσότερο κόσμο, επιβεβαιώνοντας ότι ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα η παραθαλάσσια περιοχή αποτελούσε σημαντικό τόπο θερινής συνάντησης για τους κατοίκους της νότιας Λέσβου.
Τα πανηγύρια ως μνήμη και συλλογική ταυτότητα
Το δημοσίευμα του 1932 δεν αποτελεί απλώς μια ευχάριστη περιγραφή παλιών γλεντιών. Είναι ένα πολύτιμο κοινωνικό τεκμήριο.
Μέσα από τις ορχήστρες, τους βαρκάρηδες, τα αμπέλια, τα καφενεία, το αρνί του μοναστηριού και τον ντενεκέ που έδινε τον ρυθμό, αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι της Λέσβου έχτιζαν τις σχέσεις τους και διατηρούσαν ζωντανή την κοινότητά τους.
Τα πανηγύρια δεν ήταν απλώς διασκέδαση. Ήταν τόποι κοινωνικής συνοχής, γνωριμιών, οικονομικής δραστηριότητας, πίστης και συλλογικής μνήμης.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, πολλά έχουν αλλάξει. Οι ορχήστρες έγιναν ηλεκτρικές, οι βάρκες αντικαταστάθηκαν από αυτοκίνητα και ο ντενεκές έπαψε να αποτελεί βασικό μουσικό όργανο. Η βαθύτερη ανάγκη, όμως, παραμένει ίδια: οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν στα πανηγύρια τη συνάντηση, την ανάσα και τη χαρά της κοινής ζωής.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αξία τέτοιων αρχειακών τεκμηρίων. Δεν μας δείχνουν μόνο πώς γλεντούσαν οι προηγούμενες γενιές. Μας θυμίζουν ποιοι είμαστε και πόσα από εκείνα που θεωρούμε σημερινά έχουν ρίζες πολύ βαθύτερες στον χρόνο.
Πηγή: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης – Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ταχυδρόμος», 31 Αυγούστου 1932, με τίτλο «ΕΞΩ ΦΤΩΧΕΙΑ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΡΕΧΕΙ ΣΩΡΗΔΟΝ ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ».