Πριν υπάρξει η Αγιάσος, υπήρχε η Παναγιά – Η ιστορία του ναού που γέννησε ένα ολόκληρο χωριό
Το 1170 η Αγιάσος δεν υπήρχε. Όχι τουλάχιστον η Αγιάσος που ξέρουμε σήμερα, με τα σπίτια της σφιχταγκαλιασμένα στις πλαγιές, τα λιθόστρωτα σοκάκια, τις καστανιές, τα καφενεία, τα εργαστήρια και τις αυλές, τις καμπάνες που απλώνονται πάνω από τις στέγες και εκείνο το ανθρώπινο ποτάμι που κάθε Αύγουστο ανεβαίνει προς την Παναγία. Στο μέρος όπου αργότερα θα ρίζωνε μία από τις ιστορικότερες κωμοπόλεις της Λέσβου υπήρχε κυρίως το βουνό. Πέτρα, πυκνή βλάστηση, νερά, δέντρα και μονοπάτια που τα γνώριζαν περισσότερο τα ζώα και οι άνθρωποι της υπαίθρου παρά οι άρχοντες του νησιού. Και κάπου σ' αυτόν τον τόπο, στο ύψωμα όπου βρίσκονταν τα οστά του Αγάθωνα, οι καλόγεροι της Καρυάς αποφάσισαν να σηκώσουν μια εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία.
Είχαν εξασφαλίσει την άδεια του τότε διοικητή της Λέσβου, Κωνσταντίνου Βαλέριου. Η άδεια όμως μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο· δεν μπορούσε να κουβαλήσει ούτε μία πέτρα. Εκείνη την εποχή ένας ναός δεν γεννιόταν από μηχανήματα, γερανούς και φορτηγά. Γεννιόταν από τα χέρια των ανθρώπων. Πέτρες έπρεπε να κοπούν και να μεταφερθούν, ξύλα να βρεθούν, θεμέλια να ανοιχτούν στο σκληρό χώμα και τα υλικά να ανεβούν ως το ύψωμα από δρόμους που δύσκολα θα μπορούσαμε σήμερα να ονομάσουμε δρόμους. Αν προσπαθήσει κανείς να γυρίσει με τη φαντασία του σε εκείνο το πρωινό του 1170, θα δει μια μικρή συνοδεία μοναχών να ανεβαίνει αργά την πλαγιά, άλλους πεζούς και άλλους πλάι στα υποζύγια, με τα εργαλεία και τα λιγοστά τους εφόδια. Δεν γνώριζαν πως επέλεγαν το κέντρο μιας μελλοντικής κωμόπολης. Έβλεπαν μονάχα έναν δύσκολο τόπο και είχαν μπροστά τους μια δουλειά που έπρεπε να γίνει.
Κάπως έτσι πρέπει να μπήκε η πρώτη πέτρα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και πλήθη, αλλά μέσα στη μοναξιά του βουνού. Ένας άνθρωπος έσκυψε, καθάρισε το χώμα, στερέωσε μια πέτρα και πάνω της ακούμπησε την επόμενη. Ύστερα ήρθε κι άλλη. Οι τοίχοι άρχισαν να παίρνουν ύψος αργά, με τον χρόνο που απαιτούσε τότε κάθε ανθρώπινο έργο. Το καλοκαίρι το λιοπύρι θα έκαιγε τα κεφάλια και τις πλάτες τους, τον χειμώνα το νερό και η παγωνιά θα έμπαιναν στα ρούχα και στα κόκαλά τους. Θα υπήρχαν μέρες που ένας τοίχος θα προχωρούσε μόνο λίγους πόντους και άλλες που μια κακοκαιρία θα χαλούσε κόπο ημερών. Το βράδυ, όταν δεν υπήρχε πια αρκετό φως για δουλειά, οι καλόγεροι θα άφηναν στην άκρη τα εργαλεία, θα έτρωγαν το λιτό φαγητό τους και θα κοιτούσαν μέσα στο σκοτάδι ό,τι είχαν καταφέρει να σηκώσουν. Κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο μικρός εκείνος ναός θα γινόταν η ρίζα μιας ιστορίας που θα έφτανε οκτώ και πλέον αιώνες αργότερα.
Η οικοδόμηση κράτησε τρία χρόνια. Το 1173 ο ναός ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε. Ήταν η πρώτη εκκλησία της Παναγίας σε εκείνο το ύψωμα και έμελλε να παραμείνει όρθια για 633 ολόκληρα χρόνια. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι μόνο η διάρκεια ζωής του πρώτου κτίσματος, αλλά όσα άρχισαν να συμβαίνουν γύρω του. Στον ναό άρχισαν να φτάνουν άνθρωποι. Άλλοι από τα γύρω μέρη, άλλοι από πιο μακριά. Κάποιος ερχόταν να προσευχηθεί, κάποιος άλλος έφερνε έναν άρρωστο, μια γυναίκα μπορεί να ανέβαινε με το παιδί της, ένας βοσκός να σταματούσε στον δρόμο του για να ανάψει ένα κερί. Όσο μεγάλωνε η φήμη του τόπου, τόσο περισσότεροι άνθρωποι έβρισκαν λόγο να φτάσουν μέχρι εκεί.
Σιγά σιγά κάποιοι δεν έφυγαν. Κοντά στην εκκλησία δημιουργήθηκαν οι πρώτες κατοικίες και γύρω από τις κατοικίες χαράχτηκαν περάσματα και δρόμοι. Εκεί όπου υπήρχε προηγουμένως μόνο βουνό άναψαν τζάκια, ακούστηκαν παιδικές φωνές, μπήκαν ζώα σε αυλές και στήθηκαν οι μικρές καθημερινές οικονομίες μιας κοινότητας που γεννιόταν χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη. Το ένα σπίτι έφερε το δεύτερο, η μία οικογένεια την άλλη και ο μικρός οικισμός γύρω από την Παναγία άρχισε να απλώνεται και να αποκτά ζωή. Με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μεγάλη και αξιόλογη κωμόπολη. Γι' αυτό και η ιστορία του ναού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν ένα απλό κεφάλαιο της τοπικής εκκλησιαστικής ιστορίας. Η εκκλησία δεν χτίστηκε όταν ήδη υπήρχε η Αγιάσος. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: η Αγιάσος μεγάλωσε γύρω από την εκκλησία.
Αιώνες αργότερα, όταν η Λέσβος πέρασε στην οθωμανική κυριαρχία, ο ναός και ο οικισμός γύρω του απέκτησαν ακόμη μία ιδιότητα. Έγιναν καταφύγιο. Πολλοί χριστιανοί, φοβούμενοι για την ασφάλεια των οικογενειών τους, εγκατέλειψαν άλλες περιοχές και κατέφυγαν προς την Παναγία. Είναι εύκολο να γράψει κανείς σήμερα σε μία γραμμή πως «πήραν τις οικογένειές τους και κατέφυγαν στην εκκλησία». Πίσω όμως από αυτή τη γραμμή υπάρχουν άνθρωποι. Υπήρχαν μάνες που έπρεπε να αποφασίσουν τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους και τι θα άφηναν πίσω, γέροντες που θα ανέβαιναν δύσκολα τα μονοπάτια, παιδιά που δεν θα καταλάβαιναν γιατί έπρεπε ξαφνικά να φύγουν από το σπίτι τους. Σε τέτοιες εποχές ο άνθρωπος δεν διαλέγει το καταφύγιο μόνο με βάση τους τοίχους του. Το διαλέγει και με βάση την πίστη που έχει πως εκεί, έστω για μια νύχτα, δεν είναι ολομόναχος.
Ο πρώτος εκείνος ναός άντεξε πάνω από έξι αιώνες. Στο μεταξύ γενιές ανθρώπων είχαν γεννηθεί και πεθάνει γύρω του, η Αγιάσος είχε μεγαλώσει και η Παναγία είχε γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής ζωής του τόπου. Από το 1783 το Μοναστήρι του Αγάθωνα είχε διαλυθεί και ο ναός είχε καταστεί ενοριακός της Κοινότητας και της Ενορίας Αγιάσου. Όμως τα χρόνια είχαν βαρύνει το παλιό οικοδόμημα. Οι τοίχοι και τα ξύλα κουβαλούσαν πλέον τη φθορά αιώνων και στις αρχές του 19ου αιώνα η κατάσταση είχε γίνει επικίνδυνη.
Το 1806, με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιερεμίου και των προκρίτων της Αγιάσου, αποφασίστηκε η κατεδάφιση του παλιού ναού και η ανέγερση ενός νέου. Ήταν μια μεγάλη απόφαση για την εποχή, όχι μόνο εξαιτίας του κόστους και της δυσκολίας του έργου, αλλά και εξαιτίας των αυστηρών περιορισμών της οθωμανικής διοίκησης. Οι τουρκικές αρχές είχαν δώσει εντολή ο νέος ναός να ανεγερθεί πάνω στα θεμέλια του προηγουμένου. Παρ' όλα αυτά χτίστηκε μεγαλύτερος, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας κοινότητας που δεν είχε καμία σχέση πλέον με τον μικρό οικισμό των πρώτων χρόνων.
Ο δεύτερος ναός στολίστηκε πλουσιοπάροχα. Οι χριστιανοί της Αγιάσου πρόσφεραν δωρεές και αφιερώματα, και ο εσωτερικός του διάκοσμος γινόταν ολοένα πλουσιότερος. Ειδικοί τεχνίτες καταπιάστηκαν με μεγάλα έργα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής. Το τέμπλο, ο αρχιερατικός θρόνος, ο άμβωνας και τα προσκυνητάρια δεν αντιμετωπίστηκαν ως απλά χρηστικά αντικείμενα, αλλά ως έργα στα οποία μπορούσε να αποτυπωθεί η τέχνη και η ευσέβεια μιας ολόκληρης εποχής. Χέρια ξυλογλυπτών δούλευαν το ξύλο για μήνες και χρόνια, ανοίγοντας επάνω του φύλλα, άνθη, μορφές και σχήματα. Οι άνθρωποι της Αγιάσου έφτιαχναν για δεύτερη φορά την εκκλησία τους και, όπως συμβαίνει συχνά με τέτοια έργα, ήθελαν η νέα να είναι καλύτερη από την παλιά.
Δεν πρόλαβαν.
Τη νύχτα της 6ης Αυγούστου 1812 ξέσπασε η μεγάλη φωτιά που αποτέφρωσε σημαντικό μέρος της Αγιάσου. Σ' έναν οικισμό όπου το ξύλο αποτελούσε βασικό υλικό των σπιτιών, η φωτιά μπορούσε να περάσει από κτίσμα σε κτίσμα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η νύχτα πρέπει να ήταν από εκείνες που μένουν μέσα στη μνήμη μιας κοινωνίας για πολλές γενιές, ακόμη κι όταν οι τελευταίοι άνθρωποι που την έζησαν έχουν από χρόνια πεθάνει. Φωνές στους δρόμους, κάτοικοι με δοχεία νερού, ζώα αναστατωμένα, σπίτια που άδειαζαν όπως όπως, σπίθες που μεταφέρονταν από τον αέρα και η φωτιά που προχωρούσε χωρίς να ξεχωρίζει σπίτι από εκκλησία.
Ο δεύτερος ναός της Παναγίας παραδόθηκε στις φλόγες ενώ οι τεχνίτες ακόμη εργάζονταν για την ολοκλήρωση των ξυλόγλυπτων έργων του. Από τις εικόνες του τέμπλου καταστράφηκε μόνο μία, η εικόνα του Χριστού. Οι υπόλοιπες διασώθηκαν. Το γεγονός αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για τους ανθρώπους της Αγιάσου, γιατί μέσα σε μια καταστροφή που άφησε πίσω της στάχτη και ερείπια κατάφεραν να σώσουν ένα μεγάλο μέρος από ό,τι θεωρούσαν ιερότερο.
Όταν ξημέρωσε, η πραγματικότητα θα ήταν αδυσώπητη. Ο ναός που μόλις είχαν ξαναχτίσει δεν υπήρχε πια. Θα μπορούσαν να αποδεχθούν την καταστροφή και να αρκεστούν σε κάτι πρόχειρο. Δεν το έκαναν. Μόλις τρία χρόνια μετά τη φωτιά, το 1815, άρχισε η ανέγερση του τρίτου ναού, αυτού που σώζεται έως τις ημέρες μας. Η κινητοποίηση υπήρξε μεγάλη. Οι χριστιανοί της Αγιάσου πρόσφεραν με ενθουσιασμό δωρεές, ενώ ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Καλλίνικος οργάνωσε εράνους μέσω απεσταλμένων όχι μόνο στην επαρχία αλλά και στα απέναντι μέρη της Μικράς Ασίας. Η προσπάθεια ξεπέρασε έτσι τα όρια της Αγιάσου και της Λέσβου, δείχνοντας πόσο μεγάλη ήταν ήδη η ακτινοβολία του Προσκυνήματος.
Για την οικοδόμηση απαιτήθηκε η άδεια του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄. Η άδεια δόθηκε ύστερα από αίτηση των κατοίκων της Αγιάσου, όμως συνοδευόταν από έναν αυστηρό όρο: ο καινούργιος ναός δεν έπρεπε να είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Πάνω λοιπόν στα θεμέλια του παλιού οικοδομήθηκε ο τρίτος ναός. Αυτός που βλέπει ο επισκέπτης σήμερα δεν είναι απλώς ένα κτίσμα του 19ου αιώνα. Είναι ο τρίτος κρίκος μιας αλυσίδας που αρχίζει από το 1170 και κουβαλά μέσα της καταστροφές, ανοικοδομήσεις, φτώχεια, προσφορές και μια αξιοσημείωτη επιμονή των ανθρώπων να ξανασηκώνουν ό,τι έχαναν.
Ο σημερινός ναός έχει μήκος 32,20 μέτρα και πλάτος 26,20 μέτρα. Είναι τρίκλιτη βασιλική με τρεις κόγχες στο Ιερό Βήμα και τρεις Αγίες Τράπεζες. Η δεξιά Αγία Τράπεζα είναι αφιερωμένη στον Άγιο Χαράλαμπο και η αριστερή στον Άγιο Νικόλαο. Διαθέτει μεγάλο γυναικωνίτη και μαρμάρινο τέμπλο, ενώ επί πολλά χρόνια ειδικευμένοι τεχνίτες εργάζονταν για τη δημιουργία και την ολοκλήρωση του τέμπλου, του θρόνου και του άμβωνα. Στο εσωτερικό του συγκεντρώθηκαν με την πάροδο του χρόνου πολυάριθμα αφιερώματα των πιστών, καθώς και βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες μεγάλης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας. Το σύνολο αυτό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θησαυρούς του Προσκυνήματος. Η εσωτερική διακόσμηση συμπληρώθηκε το 1938, όταν πραγματοποιήθηκε νέος έρανος για τις σχετικές εργασίες.
Μέσα στην πολύχρονη ιστορία της Παναγίας υπάρχει όμως και μια δεύτερη αφήγηση, σχεδόν μυθιστορηματική, που αφορά την ίδια την εικόνα της. Γύρω στο 1453, την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, οι χριστιανοί του ναού παρατήρησαν ότι η παλιά εικόνα της Παναγίας είχε αρχίσει να φθείρεται έντονα από τον χρόνο. Προκειμένου να την προστατεύσουν, ανέθεσαν σε ικανό αγιογράφο να δημιουργήσει ένα πιστό αντίγραφό της. Το αντίγραφο, το οποίο θεωρείται εξαίρετο έργο βυζαντινής τέχνης, δεν κατασκευάστηκε απλώς για να αντικαταστήσει την αρχική εικόνα. Η παλιά εικόνα κρύφτηκε στο εσωτερικό της νεότερης, ώστε να προστατευθεί.
Η πράξη αυτή έχει από μόνη της μια σπάνια δύναμη. Για αιώνες άνθρωποι προσκυνούσαν μπροστά σε μία εικόνα χωρίς ίσως να γνωρίζουν ότι μέσα της βρισκόταν μια άλλη, πολύ παλαιότερη. Η πρωτότυπη εικόνα είχε τοποθετηθεί μέσα σε ξύλινο κουτί και ήταν τυλιγμένη σε ύφασμα που είχε βουτηχτεί σε κηρομαστίχα. Έμεινε εκεί κρυμμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, προστατευμένη αλλά όχι άτρωτη από τη φθορά των αιώνων.
Το 1838 η αρχική εικόνα βρέθηκε μέσα στη νεότερη. Παρά τα μέτρα προστασίας, ήταν φοβερά κατεστραμμένη από τον χρόνο. Αργότερα οι φθορές της αποκαταστάθηκαν με μεγάλη επιμέλεια από τον Ρώσο τεχνίτη και ειδικό συντηρητή Βασίλειο Ραχτσέβσκι, ο οποίος συνδεόταν με τη συντήρηση εικόνων του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών. Μετά τη συντήρηση, η παλαιά εικόνα τοποθετήθηκε σε ξύλινη προστατευτική θήκη με διπλό κρύσταλλο, μέσα σε μαρμάρινο προσκυνητάρι, μπροστά από το αντίγραφο της Παναγίας που βρίσκεται στο τέμπλο. Έτσι ο επισκέπτης βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια ιστορία πολλών στρωμάτων, σχεδόν όπως ακριβώς ήταν και η ίδια η εικόνα: το νεότερο προστατεύει το παλαιότερο και το παλαιότερο δίνει νόημα στο νεότερο.
Η Αγιάσος όμως δεν είχε ξεμπερδέψει με τη φωτιά. Το 1877 μία δεύτερη μεγάλη πυρκαγιά έκαψε σχεδόν ολόκληρη την κωμόπολη. Αυτή τη φορά, όμως, η εκκλησία της Παναγίας σώθηκε. Η καταστροφή άλλαξε ουσιαστικά και την ίδια την εικόνα του οικισμού. Μέχρι τότε πολλά σπίτια ήταν από τη μέση και πάνω ξύλινα και οι όροφοι προεξείχαν πάνω από τους στενούς δρόμους. Μετά την πυρκαγιά τα σπίτια ξαναχτίστηκαν περισσότερο με πέτρα, ενώ οι δρόμοι διευρύνθηκαν. Μέσα από την καταστροφή άρχισε να σχηματίζεται η πολεοδομική μορφή της Αγιάσου που σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζουμε ακόμη σήμερα.
Στον 20ό αιώνα το Προσκύνημα εξακολούθησε να αποτελεί το κέντρο της θρησκευτικής ζωής του τόπου. Το 1971 η Παναγία της Αγιάσου αναγνωρίστηκε και κατά νόμο ως «Ιερό Προσκύνημα» και από τότε διοικείται από πενταμελή Επιτροπή. Το 1977 πραγματοποιήθηκε η τελευταία ριζική εσωτερική ανακαίνιση του Προσκυνήματος, συνεχίζοντας μια πορεία διαρκούς φροντίδας ενός χώρου που δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ από τους Αγιασώτες ως ένα απλό παλιό κτίσμα.
Οι ημερομηνίες, ωστόσο, λένε μόνο το ένα μέρος της ιστορίας. Το άλλο βρίσκεται στις αμέτρητες ανθρώπινες διαδρομές που κατέληξαν όλα αυτά τα χρόνια στην ίδια πόρτα. Επί αιώνες άνθρωποι ανέβηκαν στην Αγιάσο κουβαλώντας τάματα, αρρώστιες, φόβους, χαρές, ευχαριστίες και αγωνίες. Άλλοι έφταναν ύστερα από πολυήμερο ταξίδι και άλλοι από τα χωριά του νησιού με τα πόδια. Μερικοί έκαναν την πορεία ξυπόλυτοι. Άλλοι επέστρεφαν έπειτα από χρόνια ξενιτιάς και ήθελαν, πριν από οτιδήποτε άλλο, να περάσουν από την Παναγία. Ο καθένας είχε τη δική του αιτία και η αιτία αυτή συνήθως δεν γραφόταν πουθενά. Έμενε ανάμεσα στον άνθρωπο, στο κερί που άναβε και στην εικόνα μπροστά στην οποία στεκόταν.
Αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό τον Αύγουστο, όταν η Αγιάσος αλλάζει ρυθμό. Οι δρόμοι γεμίζουν προσκυνητές και η διαδρομή προς τον ναό αποκτά κάτι από την παλιά της μορφή. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών σχέσεων με τη θρησκεία παίρνουν τον ίδιο δρόμο. Ένας ανεβαίνει επειδή το είχε υποσχεθεί. Ένας άλλος γιατί έτσι έκανε η μάνα του και η γιαγιά του. Κάποιος για να πει ένα ευχαριστώ και κάποιος επειδή δεν του έμεινε τίποτε άλλο από το να ζητήσει βοήθεια. Μέσα σε αυτό το πλήθος επιβιώνει, χωρίς οι περισσότεροι να το σκέφτονται, η ίδια κίνηση που άρχισε πριν από αιώνες: ο άνθρωπος που αφήνει για λίγο τον καθημερινό του χώρο και ανεβαίνει προς το ύψωμα.
Αν μπορούσε ένας από τους μοναχούς της Καρυάς που έφτασαν εκεί το 1170 να επιστρέψει σήμερα, τίποτε σχεδόν δεν θα του ήταν γνώριμο. Θα στεκόταν μπροστά σε έναν μεγάλο ναό, θα έβλεπε σπίτια να απλώνονται παντού στις πλαγιές, πλακόστρωτα, καταστήματα, δρόμους και χιλιάδες ανθρώπους. Θα δυσκολευόταν ίσως να πιστέψει πως όλο αυτό άρχισε στον ίδιο τόπο όπου εκείνος γνώριζε μόνο δέντρα, πέτρα και χώμα. Ίσως μονάχα το βουνό να του θύμιζε κάτι. Ίσως και το νερό, ο αέρας μέσα στις καστανιές, κάποια στροφή της γης που οι αιώνες δεν κατάφεραν να αλλάξουν.
Κι αν στεκόταν λίγο περισσότερο, θα καταλάβαινε ίσως τι είχε συμβεί. Εκείνοι πίστευαν ότι το 1170 άρχισαν να χτίζουν μία εκκλησία. Στην πραγματικότητα είχαν βάλει τον πρώτο λίθο για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ο ναός τράβηξε κοντά του ανθρώπους, οι άνθρωποι έφτιαξαν σπίτια, τα σπίτια έγιναν γειτονιές και ο μικρός οικισμός έγινε Αγιάσος. Μετά ήρθαν οι αιώνες. Ο πρώτος ναός γέρασε και γκρεμίστηκε. Ο δεύτερος κάηκε. Ο τρίτος ξαναχτίστηκε. Η ίδια η Αγιάσος κάηκε και ξαναγεννήθηκε. Η εικόνα κρύφτηκε για να σωθεί και βγήκε πάλι στο φως σχεδόν τέσσερις αιώνες αργότερα. Άνθρωποι πέθαναν, άλλοι γεννήθηκαν, αυτοκρατορίες χάθηκαν, οι εξουσίες άλλαξαν, τα σπίτια άλλαξαν και οι δρόμοι άλλαξαν.
Εκείνο που δεν άλλαξε ήταν το κέντρο.
Γι' αυτό, για να καταλάβει κανείς πραγματικά την ιστορία της Αγιάσου, δεν αρκεί να κοιτάξει τα σπίτια, τα αρχοντικά, τα εργαστήρια ή τα καλντερίμια της. Πρέπει να γυρίσει πίσω, πολύ πριν από όλα αυτά, στο μακρινό 1170. Σε ένα ύψωμα της Λέσβου, σε μια χούφτα καλόγερους της Καρυάς, σε λίγα εργαλεία, σε πέτρες που έπρεπε να σηκωθούν με τα χέρια και σε έναν ναό που τότε δεν ήταν παρά ένα σχέδιο μέσα στο μυαλό μερικών ανθρώπων.
Γιατί πριν γίνει η Αγιάσος χωριό, υπήρξε τόπος προσκυνήματος. Πριν υπάρξουν οι δρόμοι της, υπήρχε το μονοπάτι προς την Παναγία. Πριν υψωθούν τα σπίτια της, είχαν υψωθεί οι τοίχοι εκείνης της πρώτης εκκλησίας.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή της ιστορίας της: η Αγιάσος δεν έχτισε απλώς έναν ναό για την Παναγία. Μέσα στους αιώνες, ο ναός της Παναγίας έγινε ο πυρήνας γύρω από τον οποίο χτίστηκε η ίδια η Αγιάσος.