|

Το θρυλικό πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο: Καβαλάρηδες, λιτανεία και παράδοση

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Στο μεγάλο αυτό αφιέρωμα, ο Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής καταγράφει με λεπτομέρεια την ιστορία, τις μνήμες και τις βαθιές ρίζες του πανηγυριού του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο (19 και 20 Ιουλίου). Με αφετηρία παλιές πηγές, λαογραφικές αναφορές, προφορικές μαρτυρίες και σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ο αναγνώστης μεταφέρεται στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που οι καβαλάρηδες ανέβαιναν από το χωριό στην κορυφή του λεσβιακού Ολύμπου, ακολουθώντας τα παλιά καλντερίμια και τηρώντας ένα αυστηρό τελετουργικό. Στο αφιέρωμα ζωντανεύουν η νυχτερινή ανάβαση, η λειτουργία στο ξωκλήσι, οι μουλαροδρομίες, τα στολισμένα ζώα, τα γλέντια, οι μουσικές, τα κεράσματα και οι ιδιαίτερες συνήθειες μιας εποχής που έχει περάσει, αλλά εξακολουθεί να αφήνει ισχυρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη της Αγιάσου.

Παράλληλα, παρουσιάζεται η πορεία του εθίμου μέσα στον χρόνο, οι αλλαγές που έφεραν οι κοινωνικές συνθήκες, η μεταπολεμική αναβίωσή του από τους παλιούς καβαλαραίους και η ίδρυση του Συλλόγου Καβαλαραίων Αγιάσου «Ο Προφήτης Ηλίας». Ο αναγνώστης θα γνωρίσει τη σημερινή μορφή της λιτανείας, τη μεταφορά της εικόνας, τη διαδρομή της πομπής μέσα από το χωριό, τη συμμετοχή καβαλαραίων από ολόκληρη τη Λέσβο, καθώς και το έθιμο του μόσχου και την παρασκευή του παραδοσιακού κισκέτς. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο λαογραφικό και ιστορικό οδοιπορικό, που δεν περιορίζεται στην περιγραφή μιας θρησκευτικής γιορτής, αλλά αναδεικνύει έναν ολόκληρο κόσμο πίστης, συντροφικότητας, τοπικής ταυτότητας και αδιάκοπης συνέχειας της αγιασώτικης παράδοσης.

Δυο λεβεντόκορμα άσπρα άλογα σμίγουν με σεβασμό τα μέτωπά τους με φόντο τη γυμνή κορφή του λεσβιακού Ολύμπου, λες και θέλουν να αποθέσουν την ευλάβειά τους στον εορτάζοντα προφήτη Ηλία. Η σφριγηλή κορμοστασιά τους, η σωματική τους ρώμη, οι σφιχτοδεμένοι μύες, τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, οι διογκωμένες φλέβες που ζωγραφίζονται πάνω στον καμβά του λευκού τους τριχώματος θυμίζουν γλυπτό σμιλεμένο πάνω σε ολόλευκο μάρμαρο από το ασυναγώνιστο καλέμι του Μιχαήλ Άγγελου! (Φωτογραφία Παναγιώτη Χαδεμένου)

Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο

Γράφει ο  Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής

1ο Μέρος

Για το μεγάλο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία και το πώς γιορταζόταν παλιά σχετικό είναι το κείμενο του Στρατή Πολυδώρου Αναστασέλη «Άγλιας. Το πανηγύρι» (Ανάτυπο από τον 7ο τόμο των «ΛΕΣΒΙΑΚΩΝ - ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΣΒΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ» του 1978, σελίδες 58-62), όπου ο γνωστός λογοτέχνης περιγράφει με την γλαφυρή του πένα τον τρόπο με τον οποίο γιορταζόταν το έθιμο στην Αγιάσο από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Μέσα από ένα τοπωνυμικό οδοιπορικό ανεβαίνουμε νοερά με τους καβαλάρηδες στην κορφή του λεσβιακού Ολύμπου, όπου το ξωκλήσι του προφήτη, και πληροφορούμαστε το τελετουργικό του πανηγυριού που διατηρήθηκε ατόφιο ως το 1925. Μετά αρκετά πράγματα άλλαξαν ακολουθώντας τις αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών.

Λιτάνευση της εικόνας του Προφήτη Ηλία στον κεντρικό δρόμο της Αγιάσου γύρω στο 1970. Ο ιεροσπουδαστής που σηκώνει το λάβαρο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, το οποίο βρίσκεται στο ναό της Αγίας Τριάδας, είναι ο Νεκτάριος Χατζηπροκοπίου, μετέπειτα ιερέας. Η πομπή βρίσκεται έξω από το Νέο Ξενώνα. Τα άλογα δεν φαίνονται γιατί προπορεύονται (Αρχείο Στρατή Π. Τζίνη).

 

Καταμεσίς στο καταπράσινο διάζωμα, από νοτιά τα ρουμάνια των «Καμπιών», απ’ ανατολή ο καστανιώνας, από τη δύση το πευκοδάσος κι από βοριά, στην ποδιά του, η Αγιάσος και τα πέρα βουνά, στέκεται περήφανος ο «'Αγ' Λιας» το πέτρινο κωνικό βουνό, σαν πετεινός που διαφεντεύει τους απαλούς λόφους που τον ζώνουν ολόγυρα. Στο χάρτη τον βρίσκουμε «ΟΛΥΜΠΟ», το επίσημό του τ’ όνομα, αλλά κανένας Αγιασώτης παλιός δεν τόνε λέει έτσι. Άγ’ Λια τον έμαθε και τον έχει σαν υπόδειγμα σκληρότητας, παλικαριάς, γεροσύνης κι αιωνιότητας. Τον λατρεύει σαν Άγιο Λια (με οικειότητα και φιλικά αισθήματα) τον πιστεύει σαν Άγιο καλόκαρδο χωρίς τον καταθλιπτικόν ασκητισμό. Tον έχει ακόμα και σαν μετεωρολογικό σταθμό. «Σα βάλ’ Άγλιας του κουκούλι ντ’...» δηλ. σα θα τον ζώσουν τα σύννεφα, είναι σίγουρο προμήνυμα κακοκαιριάς. Η λαϊκή μούσα τον βάζει στα καθαροδευτεριάτικα τραγούδια - του κακοπαντρεμένου: «Δώκασι μ’ τσι κτήματα στ’ Άγλια τα πατήματα». Κι ο ξενιτεμένος Αγιασώτης τραγουδά νοσταλγικά: Αγλέλ’ ιμ – Αγλέλ’ ιμ, γη Καρκαβούρα σί καλεί, καρσί τα Πλα σι κράζει τσι μένα γη καρδούλα μου κλαίει κι αναστινάζει. Κι οι γριές απ’ όπου αντικρύσουν τον Άγλια, επικαλούνται τη χάρη του. Άγλια μ’ αφέντη, κουλόκουψί τνα (τη γειτόνισσα) ή «Δώσι την ’γειά ντ’» (του άρρωστου συγγενή της). Ας κάνουμε μια νοερή εκδρομή απ’ την Αγιάσο (μαζί) για να νοιώσουμε τις εντυπώσεις του πανηγυριώτη που πάει παραμονή στη χάρη του. Κει πάνου θ’ ανεβείς αποβραδίς ή ξημερώματα για να χαρείς την ανατολή του ήλιου και το πανόραμα της Λέσβου μες στην αχλή της αυγής.

Καβαλαραίοι στην πλατεία αγοράς Αγιάσου στις 20/7/1971 (Αρχείο Στρατή Π. Τζίνη).
Καβαλαραίοι ανεβαίνουν τον κεντρικό δρόμο της Αγιάσου, οδηγώντας την πομπή λιτάνευσης της εικόνας του προφήτη Ηλία στις 20/7/1971 (Αρχείο Στρατή Π. Τζίνη).

Ο δρόμος ξεκινά απ’ τον Απέσο, που κατεβάζει τ’ απόνερα απ’ τα περιβόλια, που ’ναι στο μάκρος της ρεματιάς και που ξεκινάει απ’ το Βάλανο, φτάνει στον Απέσο, περνάει στην Πιρασιά και φτάνει ως τον Άγιου Δ’μήτ’. Στον Απέσο πριν πολλά χρόνια ήταν τα ταμπακαριά. Πρώτο του Ευαγγελινού, του Λαδιέλη, των αδελφών Ταμβάκη, Στρατή και Σπύρου, του Κουνέλλη, του Καναρέλλη, του Δημητρού Κάναρου και του Γιάννη Χατζηφώτη. Παλιότερα του Μπράτσου και του Προκόπη Αναστασέλη. Το καλοκαίρι «δέσις» λίμναζαν τ’  απόνερα του Απέσου που ρίχνανε τις προβιές σαν τις έβγαζαν από την ασβιστιρή. Οι «γδούρις» απ’ τα μαχαίρια των ταμπάκηδων, τα βαλανίδια, που τα κοπάνιζαν σε τεράστια πέτρινα γουδιά, σαν τα «καφινιδίσια», τα «στσ’λουκούραδα» και ο πέτκας (πευκοφλοιός), όλα δεψικά, βρωμίζανε τον τόπο. Όμως μες στη βρόμα τούτη η Αγιάσος είχε διάφορο από τα δέρματα (κισιλέδις γιά καπίστρια, καπλουδέτις και λαγαρίτ’κα τσιρβούλια, βακέτες κτλ) που οι καπιστράδες κι οι τσαγκαράδες του νησιού αγόραζαν κι ένας κόσμος ζούσε και πρόκοβε. Τώρα το λαγκάδι του Απέσου έγινε ένας τεράστιος υπόνομος και σκεπάστηκε με τσιμεντένιο δρόμο. Ας αφήσουμε τώρα την οικονομολογία κι ας πάρουμε το καλντερίμι (πατωμένη) για τον Άγλια.

Τρεις από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης του πανηγυριού του προφήτη Ηλία (από αριστερά Θεόφιλος Ε. Ψύρρας, Αθανάσιος Ε. Καπάτος και Ιωάννης Δ. Βάρος) απαθανατίζονται στην κορυφή του Ολύμπου στις 20/7/1972.

 

Η πομπή περνά έξω από την εκκλησία της Παναγίας και οι καβαλαραίοι δέχονται τα κεράσματα από το καφενείο Γιάννη Καλφαγιάννη

 

Εκατό μέτρα πιο πάνου αφήνουμε το δρόμο αριστερά μας που πάει στον Αι Γιάννη, τον Άγιου Κουσταντίνου, τον Αστράτγιου και την Παναγιούδα στα Πιτζίλια (Πενθίλη), που ’ναι απ’ τη ζερβιά μεριά της ρεματιάς που κατεβαίνει στον Απέσο. Προχωράμε τον ανήφορο και ξεπατούμε στο ίσιωμα αφήνοντας δεξιά μας τον Άγιου Σπυρίδουνα. Στο πλάτωμα τούτο είναι τ’ αμπέλια, του Φουλίδ’. Ανηφορίζουμε, ανάμεσα σε καστανιές, κι άλλο πλάτωμα πάλι μ’ αμπέλια. Λίγο ανηφόρι και πέφτουμε στο σωθύρι της Παναγιάς με τις ψηλόκορμες αγριοκαστανιές, απ’ όπου κόψανε τα νταμπάνια (δοκάρια χοντρά) πριν 100 χρόνια για το λιοτρίβι της Παναγιάς. Λίγη ανηφόρα ακόμα και φτάνουμε στς Πατσαβούρας του τσισμέ με τον καχεκτικό πλάτανο, καταμεσίς στο λιθόστρωτο πλάτωμα, που τον ποτίζουν τ’ απόνερα. Αφήνουμε αριστερά το καλντερίμι που πάει για τα Πόταμα, το λεκανοπέδιο με τα περίφημα περιβόλια τις μηλιές, ακολουθάμε το φαρδύ στριφογυριστό αμπάσο μονοπάτι ανάμεσα από ανάριες καστανιές, σωθύρια με απιδιές και θερισμένη πια την αφατσιά (πολύχρονο σπαρτό χορτάρι, σαν αγριοβίκος) που περιπλέκεται σ’ όλη την έκταση του σωθυριού και τώρα θερισμένη γεμίζει τον αγέρα με τη χαρακτηριστική της μυρουδιά. Φτάνουμε στον Καμτσάδου τ’ όμορφο τούτο καταράχι. Δεξιά μας κάτου φαίνεται η Αγιάσος σαν πεταλούδα πολύχρωμη κι από ζερβά τα Πόταμα με πρώτο πλάνο το Λιφκό με τα πανύψηλά του καβάκια. Το μονοπάτι από δω και πέρα στενεύει και στριφογυρίζει ανάμεσα σε κορομηλιές (αρκουμ’λιές) και πρινιές, ανηφορίζει και φτάνει στ’ Άγλια τα πατήματα, στα ριζά του Ολύμπου. Την πυκνούρα και το πράσινο όργιο τα διαδέχεται ένα ξέφαντο και το φως πλημμυρίζει τα πάντα. Εδώ πάνου σταθήκανε οι πρόγονοι του Ηλία Κουρτζή και του Ηλία Ψυρκούδη ο πρόπαππος, Απόστολος Ψυρκούδης, με τον αδερφό του Φίλιππο γυρεύοντας, μες στα βράχια, περασιά για τα υλικά (ασβέστη, νερό, κεραμίδια, ξυλεία κλπ) μια που βουλήθηκαν να χτίσουν ξωκλήσι στ’ άνομα του Προφήτη Ηλία. Καθώς λένε, πάνω στη διαλόγισή τους, παρουσιάστηκε ένας ασπρομάλλης γέρος με καπότο και το χαρακτηριστικό του κουκούλι, έκοψε μπετόνικο κι απόθετε τα κλωνάρια στους βράχους σημαδεύοντας το χάραγμα του δρόμου. Ήταν, λένε, ο Προφήτ’ Ηλίας. Οι δυο οικογένειες, Κουρτζή και Ψυρκούδη, φρόντιζαν το ξωκλήσι και τα βοηθητικά χτίσματα πάππο προς πάππο, ως που οι Γερμανοί βάλανε φωτιά σε όλα για το φόβο των ανταρτών. Ο βαθμοφόρος που διάταξε το κάψιμο κι έκανε έρευνα στην Αγιά Τράπεζα για όπλα, κατά τον μακαρίτη Παναγιώτη Καβαδά: «Ο αξιωματικός τούτος μπορεί να μη βγάλει τη βδομάδα. Ω του θαύματος βγήκε το κουμάντο και τον καθάρισε στην Γκεστάπο. Αυτό δεν θα έβγει από τη μνήμη μου». Χρόνια πριν ο Άγλιας ήταν ο προστάτης των ασβεστάδων, καθώς γινόταν στα χωριά με όλα τα ισνάφια (επαγγέλματα).

Η πομπή ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο της Αγιάσου. Προπορεύεται η παραδοσιακή κομπανία του Χαρίλαου Ρόδανου (βιολί) και του Ευριπίδη Ζαφειρίου (κλαρίνο), και ακολουθούν το ιερατείο και οι καβαλαραίοι με τα λάβαρα των τοπικών σωματείων (δεκαετία του ’80).

 

Στο Καμπούδι απαθανατίζονται έφιπποι οι Σωκράτης Θ. Βασλάς (αριστερά) και Παναγιώτης Ακαμάτη

 

 

 

2ο μέρος 

Οι καβαλάρηδες, ακολουθώντας την παλιά διαδρομή, κατεβαίνουν από τον Όλυμπο στον Απέσο. Προπορεύονται οι Κομνηνός Μυστεγνιώτης και Παναγιώτης Ακαμάτης, που κρατά την εικόνα του Προφήτη Ηλία (δεκαετία ’80). 

Ανεβαίνουμε τώρα το καλντερίμι (πατουμένη) που ο μόχθος κι η πίστη των παλιών δημιούργησε, κόβοντας κοντοβόλτια στο ανατολικό πλευρό του βουνού. Η ασπρόπετρα κυριαρχεί σ’ όλο το βουνό και στις χαραμάδες των βράχων φυτρώνει «τ’ Άγλια του χουρτάρ’», ο μπετόνικος, που μυρώνει τον αγέρα. Τ’ Άγλια του χουρτάρ’ τούτο είναι που σε κάνει να πιστέψεις πως πάνω στο ξερόβραχο τούτον υπάρχει το μυστήριο και το βοτάνι της ζωής. Ο λιθόστρωτος τούτος καμωμένος σοφά απ’ τους παλιούς καλφάδες, σ’ ανεβάζει ξεκούραστα στη χάρη Του. Έτσι φτάνουμε στην κορφή κι αντικρίζουμε μια πορτάρα που μπάζει στον περίβολο όπου είναι η εκκλησιά που την κάψανε οι Γερμανοί. Δίπλα τα κελιά κι αντίκρυ μια σάγια. Δυο πηγάδια, στέρνες γεμάτες από βροχόνερα, λαξευμένες στο βράχο τούτον και που αερίζονται από φυσικές χαραμάδες, δροσίζουν τους πανηγυριώτες, μια και τους δίνουν σημάδια προφητικά. Σκεπασμένοι με χοντρά πανιά βλέπουν στο νερό μέσα καντήλια, σταυρούς, δεσποτάδες κι άλλα οράματα που πλάθει στη φαντασία τους η παραχή του νερού.

Παραμονή του πανηγυριού 19 του Ιούλη. Η νύχτα καπλαντίζει το νησί και τα χωριά ξεχωρίζουν ένα ένα με τρεμουλιαστά φεγγοβολήματα. Εδώ πάνω το τσουχτερό κρύο τρυπάει το κόκκαλο κι οι πανηγυριώτες άναβαν φωτιές για ζεστασιά μα και σήμα στο χωριό πως αγρυπνούν. Στον Άγλια, στο πανηγύρι του, γυναίκες δεν ανεβαίνουν. Μόνο τα παλληκάρια της Αγιάσου έχουν το προνόμιο στ’ αντρίκιο τούτο πανηγύρι. Άντρες και έφηβοι, οι μπεκιάρηδες, οι λεβέντες του χωριού πάνε να δείξουν την αξία τους σε ομορφιά, στολίδια σε τακίμια (χάμουρα) στις μουλαροδρομίες που γίνουνται στον ανεβασμό, και πιο γραφικές στο γυρισμό απ’ τον Άγλια. Στρωμένα τα σαμάρια με πολύχρωμους σιντζιαντέδις και τακίμια (αρματωσιές), καπίστρια και καπλοδέτες πλουμισμένα με πατριμέλια (χάντρες) και ζβιρνιές (όστρακα μικρά) καβαλαροί όλοι με τα καλά τους τα σαλβάρια, τα χασιδένια πουκάμισα.1 Όσοι είχαν άλογα ή φοράδες λογαριάζονταν τσελεμπήδες. Και στην Αγιάσο που δεν σηκώνει τα ντελικάτα τούτα υποζύγια κι έχει τα μουλάρια σε μεγάλη υπόληψη, μόνο οι αραμπατζήδες και οι αφουραδάδις που έχουν φοράδες για να γεννούν μουλάρια, κάνουν το κομμάτι τους στο πανηγύρι.

Οι γυναίκες υποδέχονταν τα παλικάρια με τις μάτσες (μάτσα λουλούδια) στον Απέσο, τηρώντας το προπολεμικό έθιμο που αργότερα έσβησε

Η νύχτα περνά με πιοτό, τραγούδι, χωρατάδες και χορό. Το πρωί παρατάνε τα πάντα και χαιρετούν τον ήλιο πού ροδίζει τα βουνά της Ανατολής κι αναπηδά κατακόκκινος, μια φλογισμένη ντάλια στην ούγια τ’ ουρανού. Η Λέσβος παίρνει το σχήμα της και ξεχωρίζουν βαθειά με σιλουέτες της Χιος και των Ψαρών. Την ώρα της λειτουργίας οι πραματευτήδες κι οι χαλβατζήδες απλώνουν τις πραμάτειες τους. Απολείτουργα τα παλικάρια αγοράζουν χαλβά (πτάρια) με δυο τρία μεγάλα φιστολιαστά πλουμισμένα με πολύχρωμα κουφετάκια και γεμίζουν τα χασιδένια μαντήλια, καθώς και παιχνιδάκια για το σκοπό που θα δούμε παρακάτου.

Κάτου στουν Απέσου τσούρμο πιτσιρίκια, αγόρια και κορίτσια (κουπιλδέλια τσί κουπιλαρέλια) περιμένουν τα παλικάρια με γεμάτα πανιρέλια μάτσις (μπουκέτα) βασιλικό και κατολογήτικα λουλούδια, κι ένα, το καλό, μονόλογα κνικάτα γαρούφαλα. Τούτο είναι για το αφτί του παλικαριού και τ’ άλλα στόλισμα στο καπίστρι του μουλαριού. Τα κανιστροφόρα τούτα «ρουφιανέλια» είναι γειτονόπουλα έμπιστα, που ξέρουν ποιας είναι ο καλός της κοπελιάς. Κι αφού στολίσουν τα μουλάρια με τις μάτσις παίρνουν ριγάλο απ’ το παλικάρι ένα παιχνιδάκι (ζουρναδέλ’, καθριφτέλ’, παγιαυλέλ’) ή παράδες και το χασιδένιο μαντήλι με το χαλβά για την κοπέλα

.

Ο  Κώστας Μυστεγνιώτης κρατά το λάβαρο του Συλλόγου Καβαλαραίων Αγιάσου «Ο Προφήτης Ηλίας» (Απέσος, δεκαετία ’80).

Παράμερα περιμένουν οι μουζικάντες (τότες, γύρω στα 1910-1925, ήταν τρείς κομπανίες) και χώρια οι ατζγκάν’, Τούρκοι από το Ίππειος που το επάγγελμά τους, το κύριο, ήταν ντιμιρτζήδις. Τ’ αργαστήρια τους ήταν μπρος στο σημερινό λιοτρίβι στη μπασιά του χωριού. Δούλευαν στ’ αμόνι υνιά, κουδούνια κι άλλα γεωργικά εργαλεία βοηθούμενοι απ’ τη γυναίκα τους, τη μαστόρ’σσα, που φυσούσε το μουχάν’. Στην ατζγκάν’σσα τούτη κομπανία παίζανε τρείς. Ένας ζουρνάς πρίμος, ένας μπάσος (καμπά ζουρνάς) κι ένα νταούλι. (Μπίρ νταούλ’ κι ζουρνά). Τ’ Αγιού γ’ Λια και της Παναγιάς ερχόντουσαν στην Αγιάσο οι ατζ’γκάν’ και μόνο τ’ Αγιού γ’ Λια διακοσμούσαν το νταούλι (τις δυο πλευρές του) με διάφορα σχέδια καμωμένα με κόκκινη μπογιά και στις δεσιές του νταουλιού, μέσα απ’ τα σκοινάκια, περνούσαν μπουκέτα λουλούδια.

Ο Παναγιώτης Χατζηδέλος στο τρίστρατο του Απέσου (δεκαετία ’80).

 

Τα παλικάρια με τα καλά τους τα σαλβάρια τα σκολιανά, όλοι καβαλάρηδες, παρέες-παρέες παίρνανε βόλτα τα σοκάκια με τα όργανα μπροστά και σε κάθε κουιτούκι (συνοικιακό καφενεδάκι) στήναν το χορό ή κερνιόντουσαν καβαλάρηδες ποτίζοντας και τα μουλάρια ρακί. Οι πιο μερακλήδες, οι γλεντζέδες, που βαστούσε η πιζνέρα τους παίρναν τα πιχνίδια γιά ολοήμερο γλέντι σε κουγτούκια ή σ’ βόλτας τ’ς πατινάδις. Αυτά ως τα 1925. Από τότες το πανηγύρι γίνηκε αρσενικοθήλυκο, το λαγκάδι τού Απέσου σκεπάστηκε με μπετονένιο δρόμο, η βρωμιά μαζί με τε ταμπακαριά εξαφανίστηκαν, ο Άγλιας πήρε το επίσημό του όνομα καί στα στερνά φόρεσε το κέρατό του, κατά πού λένε οι Αγιασώτες την κεραία της τηλεόρασης. Τα κανιστροφόρα ρουφιανέλια δεν χαμπαρίζουν από ζουρναδέλια και τα παλικάρια τα τωρινά ανεβαίνουν εκδρομές στον Όλυμπο με Ι.Χ. Το εκκλησάκι μεταπολεμικά ξαναχτίστηκε και γενικά άλλαξε το περιβάλλον επί το μπετόν-αρμενικότερον.

Οι νέοι σκυταλοδρόμοι της παράδοσης παίρνουν το βάπτισμα του πυρός (Απέσος, δεκαετία ’80).
Η πομπή ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο της Αγιάσου. Προπορεύονται οι καβαλαραίοι Γρηγόρης Ζαφειρίου και Δημήτρης Β. Μαϊστρέλης, που κρατά την εικόνα του προφήτη. Σε πρώτο πλάνο οι Μιχάλης Βίγλατζης (Παππέλ’) και Θεόφιλος Ψύρρας.

Παραπομπές:

1: Άλλη φορά οι παλιοί και οι παλιές, κάθε πασήμαδη μέρα, βάζανε τις φορεσιές τους. Του Προφήτη Ηλία βάζανε κόκκινα βρακιά  και άσπρα ρούσικα. Και τις άλλες μέρες βάζανε βρακιά, τις Κυριακές μεταξωτά, τις πασήμαδες, όπως της Παναγίας, βάζανε φούστες με μπαμπακωτά από κάτω για να φουσκώνουν και βάζανε και φλουριά πολλά στο λαιμό τους, μαργαριτάρια. Κι αυτά τα φλουριά τα λέγανε πιρσιάνια. Βάζανε και κουλαγήνες και πολλά τέτοια, ό,τι είχανε. Όποιες δεν είχανε πάλι δεν έβαζαν. Ό,τι είχαν έβαζαν. Και τα παλικάρια πάλι ντύνονταν έτσι. Βάζανε άσπρα πουκάμισα, βρακιά (…), μπιρδένια γιλέκα, ό,τι είχε ο καθένας έβαζε. (Ηχητική καταγραφή συνεντεύξεων παλιών Αγιασωτών σε μαγνητοταινίες από μαθητές του Λυκείου Αγιάσου τη σχολική περίοδο 1978-’79, κασέτα 2Α)

Σημείωση: Η κουλαγήνα ήταν βαρύτιμο κόσμημα συγκείμενο από πολλές χρυσές χειροποίητες αλυσίδες δεμένες όλες μαζί σε διάφορα σημεία με σύρμα χρυσό, όπως και το μαργαριτάρι. Ισοβαρούσε με τριάντα χρυσές λίρες, εξού και η παροιμία < δεν έχασις δα τσι καμιά κουλαγήνα >, που λέγεται στην περίπτωση απώλειας μικρής αξίας αντικειμένων. (Δημήτρη Παππάνη – Γιάννη Δ. Παπάνη «Λεσβιακή Λαογραφία. Λεξικό του Αγιασώτικου Ιδιωματικού Λόγου (Ερμηνευτικό - Ετυμολογικό). Γ΄ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2004)

Έφιππος ο Θανάσης Καπάτος μεταφέρει τους άρτους και δεξιά ο κλαρινίστας Μιχάλης Μουτζουρέλης.

 

 

3ο μέρος

Η αναβίωση του εθίμου

Ο ανθοστόλιστος μόσχος περιφέρεται στην πλατεία αγοράς και στους κεντρικούς δρόμους του χωριού πριν να θυσιαστεί. Τον συνοδεύει ο άλλοτε παλαίμαχος Πρόεδρος του Συλλόγου Καβαλαραίων Αγιάσου «Ο προφήτης Ηλίας» Αθανάσιος Ευστρ. Καπάτος. (ΦΣΑ. Περιοδικό «Αγιάσος». Οπισθόφυλλο τεύχους 143/2004. Φωτογραφία Παράσχου Ε. Λιάκατου, 2004.)

Γύρω στο 1960 το έθιμο του Προφήτη Ηλία αναβίωσε χάρη στις προσπάθειες του Θανάση Καπάτου και των φίλων του Στρατή Καρέτου, Θεόφιλου Ψύρρα, Παναγιώτη Ακαμάτου και Παναγιώτη Χατζηδέλου. Την προσπάθεια τους αρχικά οι Αγιασώτες την είδαν με καχυποψία, στη συνέχεια όμως όλο και περισσότεροι καβαλάρηδες συμμετείχαν. Το έθιμο αναβίωσε όπως παλιά με ελάχιστες διαφορές, μια εκ των οποίων είναι η αντικατάσταση των μουλαριών με τα άλογα. Μια άλλη διαφορά που οφείλεται και αυτή στον Καπάτο, είναι η μεταφορά στο βουνό της εικόνας του Προφήτη Ηλία, η οποία για λόγους ασφαλείας είχε μεταφερθεί από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Ύστερα από παρακλήσεις του Καπάτου, ο τότε ιερέας της Αγίας Τριάδος Νικόλαος Παπουτσέλλης δέχθηκε να εμπιστευθεί την εικόνα στον Καπάτο να τη μεταφέρει στον Όλυμπο και την επόμενη μέρα ξανά πίσω. Έτσι, το έθιμο διαφοροποιείται λίγο και αυτό μόνο όσον αφορά την εικόνα. Την παραμονή της εορτής του Προφήτη Ηλία και μετά το πέρας του εσπερινού (πολλές φορές και πριν το τέλος του) ο Καπάτος με την εικόνα επικεφαλής και τους άλλους καβαλαραίους να ακολουθούν ξεκινούσαν από το Καμπούδι για τον Όλυμπο. Την επόμενη μέρα, ανήμερα του Προφήτη Ηλία, μετά τη λειτουργία οι καβαλαραίοι κατέβαζαν ξανά την εικόνα και την παρέδιδαν στον ιερέα της Αγίας Τριάδος. Τα υπόλοιπα διατηρήθηκαν έτσι ακριβώς όπως γινόντουσαν παλιά. Τα επόμενα 15 χρόνια το όνομα του  Καπάτου ήταν δεμένο με το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, αφού ήταν δική του η ευθύνη της μεταφοράς της εικόνας. Για να καλυφθούν τα έξοδα του πανηγυριού, έβγαιναν με δίσκο στο χωριό και ο καθένας έδινε ό,τι μπορούσε.

Ο μόσχος περιφέρεται στο χωριό από τους παλαίμαχους καβαλαραίους Παναγιώτη Ακαμάτη (αριστερά) και Θανάση Καπάτο. (Πλατεία αγοράς Αγιάσου, δεκαετία ’90).

 

Το 1980 ιδρύθηκε ο σύλλογος των καβαλαραίων, ο οποίος αναλαμβάνει έκτοτε τη διοργάνωση του πανηγυριού. Ο Στρατής Π. Τζίνης, που πρωτοστάτησε στην αναβίωση του εθίμου, καθόρισε να κατεβαίνουν οι καβαλαραίοι από τον Απέσο.

Ο μόσχος στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας στο Καμπούδι (δεκαετία ’80

 

Το έθιμο του Προφήτη Ηλία σήμερα

Το έθιμο συνεχίζεται και σήμερα με αμείωτο το ενδιαφέρον από την πλευρά των καβαλαραίων. Σήμερα μάλιστα η συμμετοχή είναι πολύ μεγάλη, λόγω της συμμετοχής καβαλαραίων από άλλους συλλόγους, όπως της Αγίας Παρασκευής, του Πλωμαρίου, της Γέρας, της Πηγής κτλ.   Το κατ’ εξοχήν αντρικό πανηγύρι του παρελθόντος δεν υφίσταται πλέον, αφού από το 1990 και μετά συμμετέχουν και γυναίκες ως καβαλαραίοι. Στοιχείο του παρελθόντος αποτελεί και η ρομαντική συνάντηση των νεαρών κοριτσιών με τους καβαλαραίους στον Απέσο. Απομεινάρι του στοιχείου αυτού αποτελεί πιθανόν το γαρίφαλο που κρατούν οι καβαλάρηδες, όταν κατεβαίνουν από τον Όλυμπο. Ακόμα και ο χρόνος που ξεκινούν για τον Όλυμπο την παραμονή έχει αλλάξει. Σήμερα οι καβαλαραίοι γλεντούν στο χωριό την παραμονή και ξεκινούν για το βουνό τις πρωινές ώρες. Κάποιοι από αυτούς δεν φθάνουν καν μέχρι τον Προφήτη Ηλία, παρά σταματούν κάπου στα μέσα της διαδρομής και περιμένουν αυτούς που ανεβάζουν την εικόνα μέχρι επάνω, για να γυρίσουν και όλοι μαζί να κατέβουν ξανά στο χωριό.

Ο Μιχάλης Βίγλατζης (Παππέλ’) πάνω από τον μόσχο συγκεντρώνει τα λεφτά που προσφέρουν οι πανηγυριώτες για την ενίσχυση του Συλλόγου.

 

Τα καζάνια είναι γεμάτα με το παραδοσιακό κισκέτς (Αρχείο Στρατή Π. Τζίνη).

Ο τόπος συνάντησης των καβαλαραίων δεν είναι πλέον ο Απέσος, αλλά η πλατεία στην είσοδο του χωριού (Καρυά). Εδώ περιμένουν οι μουσικοί, οι παπάδες και ο κόσμος, για να γυρίσουν οι καβαλαραίοι με την εικόνα και να ξεκινήσει η πορεία προς την Αγία Τριάδα, η οποία έχει ως εξής: Μπροστά πηγαίνουν πέντε άλογα τα οποία κάνουν διάφορες φιγούρες, ακολουθεί ο καβαλάρης που κρατά την εικόνα, αυτός που κρατά το λάβαρο του συλλόγου και αυτός ή αυτοί που μεταφέρουν τον άρτο. Ακολουθούν οι παπάδες και οι μουσικοί που παίζουν συγκεκριμένο σκοπό, το λεγόμενο σκοπό των αλόγων, στο ρυθμό του οποίου οι καβαλάρηδες χορεύουν πάνω στα άλογα είτε καθιστοί είτε όρθιοι. Η πρώτη στάση γίνεται έξω από την εκκλησία της Παναγίας, όπου γίνεται μια μικρή παράκληση. Η πομπή συνεχίζεται μέσω της αγοράς και τον κεντρικό δρόμο προς το Σταυρί με μια μικρή στάση στο εκκλησάκι του Αστράτηγου (Ταξιάρχη Μιχαήλ), και στη συνέχεια περνά από τη γέφυρα στο Σταυρί με προορισμό το Καμπούδι και από εκεί στην εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Εκεί γίνεται παράκληση και τέλος ο παπάς παίρνει την εικόνα από τα χέρια του καβαλάρη. Να αναφερθεί εδώ ότι αποφασίζεται με κλήρο ποιος θα είναι καβαλάρης που θα μεταφέρει την εικόνα.

Αφού παραδοθεί η εικόνα, οι καβαλαραίοι ξεχύνονται όπως παλιά στα σοκάκια, αλλά όχι πλέον με προορισμό τα κουιτούκια, αφού αυτά έπαψαν να υπάρχουν μετά τον πόλεμο του ’40.

Το παραδοσιακό κισκέτς στον τέντζερη μοιράζεται στον κόσμο μετά το πέρας της λιτανείας. (Φωτογραφία Δημοσθένη Γ. Σκλεπάρη, 20/7/2020)

 

Ο Σταύρος Ψαρρός μοιράζει το παραδοσιακό κεσκέτσι στους θαμώνες των καφενείων του χωριού (Καρυά, 20/7/2017).

 

Το έθιμο του ταύρου

Το έθιμο αυτό γεννήθηκε με την ίδρυση του συλλόγου των καβαλαραίων και δε σχετίζεται καθόλου με παλαιότερες παραδόσεις της Αγιάσου. Την ιδέα είχε ο Καπάτος, η οποία όμως δεν έτυχε ευρείας αποδοχής από τα μέλη του συλλόγου. Με τη συμβολή και του Θεόφιλου Ψύρρα το βόδι αγοράσθηκε και από τότε αποτελεί και αυτό μέρος του εθίμου του Προφήτη Ηλία. Αγοράζεται από το σύλλογο και την προπαραμονή, δηλαδή στις 18 Ιουλίου, στολισμένο με λουλούδια περιφέρεται με τη συνοδεία μουσικής στο χωριό και οι χωρικοί ρίχνουν χρήματα σ’ ένα δίσκο, τα οποία αποτελούν οικονομική βοήθεια για την αγορά του ταύρου της επόμενης χρονιάς. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο ταύρος περιφέρεται στα καφενεία και γίνεται δημοπρασία ως εξής: Αρχικά επιλέγεται η ώρα κατά την οποία θα τελειώσει η δημοπρασία, την οποία ώρα θα σημάνει ένα ξυπνητήρι που έχουν μαζί τους τα άτομα που συνοδεύουν τον ταύρο. Στη συνέχεια λέγεται μια τιμή και πάνω σ’ αυτήν κάνουν τις προσφορές τους οι θαμώνες των καφενείων. Αυτός που θα κάνει την τελευταία προσφορά την ώρα που θα χτυπήσει το ξυπνητήρι είναι και ο «τυχερός» που θα θανατώσει τον ταύρο.

Πανηγύρι Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο (Σταυρί, 20/7/2008). Από το λεύκωμα «Αγιάσος: Ο Τόπος - Οι Άνθρωποι.» Φωτογραφίες Στρατής Τσουλέλλης, κείμενα Βασίλης Κωμαΐτης, Δήμος Αγιάσου 2008, σελ. 114.

 

Ο ταύρος θανατώνεται με πιστόλι και στη συνέχεια με μαχαιριά κάθε χρόνο  σε διαφορετικό σημείο στο χωριό: Καμπούδι, Αγορά, Σταυρί με τη συνοδεία της μουσικής. Γίνεται συνήθως ξημερώματα της 19ης Ιουλίου. Το μαγείρεμα γίνεται στην Αγία Τριάδα το πρωί της 20ης  Ιουλίου. Μαγειρεύεται σε διάφορα καζάνια με διάφορα είδη ζυμαρικών. Αφού επιστρέψουν οι καβαλαραίοι, συνήθως γύρω στις 11 το πρωί, και αφού παραδοθεί η εικόνα, ο παπάς ευλογεί το φαγητό, το οποίο στη συνέχεια μοιράζεται στους παρευρισκόμενους. Το κισκέτσ'1 μαγειρεύεται και προσφέρεται στον κόσμο δωρεάν από το Σύλλογο Καβαλαραίων Αγιάσου "Ο Προφήτης Ηλίας" τόσο στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου) όσο και στο πανηγύρι της Παναγιούδας στα Πατιλ'δέλια (Το Γενέθλιον της Υπεραγίας Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου).

Η πομπή ξεκινά από την Καρυά για να διασχίσει τα κεντρικά μέρη του χωριού και να καταλήξει στο Καμπούδι. Την εικόνα του προφήτη κρατά ο Παναγιώτης Καμπιρέλης και το λάβαρα οι Κώστας Καρατζάς και Στρατής Σ. Καμαρός (20/7/2011).

 

Αργότερα ο ταύρος αντικαταστάθηκε με μόσχο που περιφερόταν στο χωριό (κάποιες φορές πάνω σε φορτηγό αυτοκίνητο) και η θανάτωσή του γινόταν στα νόμιμα σφαγεία.

 

Παραπομπές:

1: Κισκέτσ' (παλιά συνταγή): Υλικά: σιτάρι, κρεμμύδια, κρέας βοδινό, λίπος βοδινό. Εκτέλεση: Πλένουμε το σιτάρι, το καθαρίζουμε και το αποφλοιώνουμε. Πλένουμε το βοδινό κρέας και το αφήνουμε να στραγγίξει. Παίρνουμε μερικά κρεμμύδια, λίγη γλίνα (λίπος) από το κρέας και τα βάζουμε στην κατσαρόλα. Σε μια άλλη κατσαρόλα βράζουμε νερό. Όταν βράσει το νερό, ρίχνουμε σιγά-σιγά μέσα τα άλλα υλικά και τα αφήνουμε σε σιγανή φωτιά να βράσουν για 5-6 ώρες. Όταν βράσουν, τα κατεβάζουμε από τη φωτιά και το χτυπάμε σε γουδί. Έτσι θα γίνει ένα δείγμα, το γνωστό μας κισκέτσ’.

 

--

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις